Επιστροφή στην... Γκουμέντζε (Γουμένισσα), Μέρος Δεύτερο  

Posted by Kokice in , ,


Η πόλη Γκουμέντζε

Η Γκουμέντζε (Γουμένισσα) βρίσκεται σε μια ευρύχωρη και όμορφη κοιλάδα που ονομάζεται Μποχέμια και την αγκαλιάζουν οι δύο κορυφές Πόγκλεντ και Γκαντάτς του όρους Πάικου με τις πλαγιές τους. Την κοιλάδα αυτή διασχίζουν τα πολλά νερά του ποταμού Μποχέμιτσα με τους παραποτάμους : Τσέρνα και Κρίβα ποταμούς, καθώς και ανεξάρτητα ποτάμια : της Γκουμέντζας (μαλέτσκατα - μικρό), Τσικαρτσίιτσα, Λεσκα, Ίζβορσκα και άλλα. Σ αυτήν υπάρχουν 20 καθαρά Βουλγαρικά χωριά, 2 Κουτσοβλάχικα και ένα μικτό Τούρκο-Βουλγαρικό και ένα καθαρά Τουρκικό. Κέντρο της είναι η πόλη Γκουμέντζε που βρίσκεται μέσα στο πράσινο και αριθμούσε ως τον Βαλκανικό Πόλεμο 5000 Βούλγαρους κατοίκους. Ο κάτοικοι μαζί μ αυτούς των γύρω χωριών μέχρι τα τέλη του 18 ου αιώνα διατηρούσαν προνόμια και απαγορεύονταν να εγκαθίστανται Τούρκοι εκεί, ως μετόχια των Μονών Ζωγράφου, Ιβήρων και Σινά και κάθε μοναστήρι είχε απεσταλμένους που διαχειρίζονταν την περιουσία του. Σύμφωνα με μια παράδοση μετόχι είχε και η Μονή Ρίλας στην περιοχή “Γκράντιστετο” πάνω από τη πόλη. Στο μετόχι αυτό τα τρία γειτονικά σ αυτό χωριά, μετά την εξέγερση του Ιλίντεν, έχτισαν μικρό μοναστήρι. Λόγω αυτής της ανεξαρτησίας οι κάτοικοι ξεχώριζαν για μαχητικό τους πνεύμα και είναι από τα πρώτα χωριά που εναντιώθηκαν στο Ελληνικό Πατριαρχείο και αγωνίστηκαν για δικιά τους εκκλησία και σχολείο. Κατά την Αναγέννησή μας η πόλη ήταν το πνευματικό κέντρο όλης της επαρχίας Βοδενών, με μόνη αντίπαλο, την πόλη της Έδεσσας. Ακόμα από την δεκαετία του 80 του περασμένου αιώνα το βασικό σχολείο γίνεται Τάξεων και αναπτύσσεται σε προγυμνάσιο, κάτι που δεν υπάρχει στα Γιαννιτσά, όπου άνοιξε πολύ αργότερα. Αυτό έδωσε πολλούς μαθητές και μερικοί από αυτούς μπορούσαν να έχουν ανώτατη εκπαίδευση στην Βουλγαρία και στην Ευρώπη.


Ανάμεσα στο διδακτικό προσωπικό είναι και ο γιος του ιερέα Ιβάν Μπαταντζίεφ – Χρίστο Μπαταντζίεφ, Βούλγαρος επαναστάτης και ένας από τους ιδρυτές της επαναστατικής επιτροπής Θεσσαλονίκης, που αργότερα εξορίστηκε και θανατώθηκε βάναυσα από τις Ελληνικές αρχές. Εξίσου σημαντική είναι και η παρουσία του βοεβόδα Αργκίρ Μανασίεφ.

Το μαχητικό τους πνεύμα ήταν γνωστό στις Τουρκικές αρχές και γιαυτό στέλνανε στρατιωτικά τμήματα και με την παρουσία τους εκεί να έχουν υπό τον έλεγχο τον πληθυσμό. Οι πιο ενεργοί και με μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο κρατούνταν φυλακισμένοι ή υπό έλεγχο σε κρατική βιοτεχνία για μάλλινο ύφασμα. Ο Έλληνας Δεσπότης Βοδενών χρησιμοποιούσε θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να μην χάσει την επίδρασή του στην πόλη και στα περίχωρα, συκοφαντώντας τους πιο επιφανείς κατοίκους ως επαναστάτες, ενώπιον των Τουρκικών αρχών. Αυτοί υπέμεναν στωικά τις τιμωρίες – ξυλοδαρμούς, πρόστιμα και φυλακίσεις μηνών ή χρόνων στην πόλη ή στην Θεσσαλονίκη. Ως την εξέγερση του Ιλίντεν έμειναν γύρω στις 50 Ελληνικές οικογένειες που στηρίζονταν από Ελληνικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης.


Αρχή στην επαναστατική δράση έκανε ο Αλεξάνταρ Τσακάροφ το 1896, επικεφαλής δάσκαλος στο σχολείο τάξεων, ενώ κατά την εξέγερση πολλοί κάτοικοι ενσωματώθηκαν στις τσέτες των Αποστόλ Πετκόφ, Ιβάντσο Καρασούλιατα και Κράστιο Ασένοφ, συμμετέχοντας στην επίθεση εναντίον της πόλης και στην καταστροφή της Τουρκικής φρουράς που βρέθηκε εδώ. Με το τέλος της εξέγερσης άρχισε η δράση των Ελλήνων ανταρτών και με την βοήθεια ή την ανοχή των Τούρκων τρομοκρατούσαν τους εντόπιους κατοίκους. Εδώ ήρθε απεσταλμένος ως καθοδηγητής των ανταρτών ο Γιάννης Πίτσουλας, ο οποίος έπεσε στα χέρια της τσέτας του Αποστόλ Πετκόφ και κρεμάστηκε σε ένα πλατάνι κοντά στην Γουμένισσα και για τον οποίον τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι :

Γκράτσκι αντάρτι γκόρντο σε φάλιατ,
τσε στε ιζτρέμπιατ μπούλγκαρσκο πλέμε.
Νο στόμ τε πάντνατ β Μπάλγκαρσκι ράτσε,
τόγκαζ ιζπίτβατ ιουνάσκο σαρνττσέ.
Τάμ ντο Γκουμέντζε, κράι Τσικαρτσίιτσα
να νταρβό ιάβορ γκράκ ε ομπέσεν,
ζα ντα ραζμπεράτ γκάρτσι ι τούρτσι,
τσε β νάστα ζέμια νε στέμ γκι, νε στέμ.


Το αυθεντικό τραγούδι για τον Γιάννη Πίτσουλα, ηχογραφημένο το 1925 απο πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Ασένοβγκραντ, Βουλγαρία
Τον Σεπτέμβριο του 1905 η Τουρκική αστυνομία με έστειλε (περιγράφει ο Χρίστο Σάλντεφ) από την Κωνσταντινούπολη στην γενέτειρά μου. Δεν μου επέτρεπε να διδάξω αν και είχα διοριστεί στον γυμνάσιο αρρένων στην Αδριανούπολη. Ο καιμακάμης των Γιαννιτσών αρνήθηκε να μου δώσει διαβατήριο για τη Αδριανούπολη και τον ελεύθερο χρόνο μου γυρνούσα στα καφενεία όπου σε μερικά υπήρχαν ύποπτοι που έκαμναν πάντα παρέα με χωροφύλακες. Ήταν αντάρτες που μόλις έβλεπαν κάποιον επιφανή ή κάποιον γιο του ανήλικο τον ακολουθούσαν και του επιτίθονταν να τον σκοτώσουν, μόλις έβγαινε έξω από την πόλη. Οι Βούλγαροι είχαν αρκετά θύματα και ο φόβος των κατοίκων ήταν μεγάλος. Με την προστασία των αρχών οι αντάρτες τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό στην πόλη. Αυτοί καταδίωξαν τον γιατρό Ιβάν Άνεφ, πυροβόλησαν μέσα στο παζάρι προς τους Μίνο Ικονόμοφ και Χατζί Τάνο Ζαρίνοφ. Όταν έγινε η επίθεση στον τελευταίο ο κόσμος θέλησε να τους αντιμετωπίσει μόνος του, όπως έκανε αργότερα 2 φορές και λιντσάρισε τους ενόχους μέσα στο παζάρι. Αυτή την φορά όμως συγκρατήθηκαν και θέλησαν να φέρουν τους ένοχους Έλληνες αντάρτες ενώπιον των επίσημων αρχών στα Γιαννιτσά και στην Θεσσαλονίκη, όπως και ενώπιον των Ξένων Αντιπροσώπων εκεί. Έτσι όταν χτύπησαν οι καμπάνες στις 21 Νοεμβρίου για την γιορτή τω Εισοδίων της Θεοτόκου, οι πιο επιφανείς αφού άναψαν κερί και προσκύνησαν την εικόνα, έκαναν σύσκεψη και αποφάσισαν τα παρακάτω : Μια ομάδα 30 ατόμων να φύγει για Θεσσαλονίκη και να παραπονεθεί ενώπιον του Βαλή και των Ξένων Αντιπροσώπων για την δράση των ανταρτών και των τοπικών Αρχών, ενώ άλλη ομάδα από μερικές εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες να πάει στα Γιαννιτσά και να διαμαρτυρηθεί για τους ίδιους λόγους στον Καιμακάμη. Οι διαμαρτυρίες έφεραν αποτέλεσμα καθώς οι Τουρκικές Αρχές υποσχέθηκαν να διώξουν τους αντάρτες από την πόλη, για να αντικατασταθούν αργότερα από άλλους αφού τέτοια ήταν η πολιτική του Χιλμί Πασά : να διαιρεί και να εξοντώνει τους Βούλγαρους στην Μακεδονία. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο όμως, αφού το αίσθημα της αυτοπροστασίας τους ένωσε πιο πολύ και Έλληνες στην πόλη έμειναν περίπου 20 άτομα. Η διαμαρτυρία βοήθησε και μένα να πάρω διαβατήριο και να αναχωρήσω για την Αδριανούπολη, όπου για πρώτη φορά γνώρισα τον συγχωρημένο Πέταρ Βάσκοφ και δώσαμε τα χέρια για συνεργασία στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης.


Το ξυλόγλυπτο τέμπλο με μοναδικές εικόνες της εκκλησίας “Παναγίας”

"Οι ήρωες" της σφαγής στην Ζαγορίτσανη (Μέρος Δεύτερο)  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , ,

Κατά τον 19 ο αιώνα η Ζαγορίτσανη είναι ένα από τα κύρια κέντρα της Βουλγαρικής Αναγέννησης στην περιοχή της Καστοριάς και πήρε το ψευδώνυμο Μικρή Σόφια [Report on the Macedonian Movement in Area Florina 1944. (By Capt. P. H. Evans, Force 133)]. Ο πληθυσμός της Ζαγορίτσανης στις αρχές του 20 ου αιώνα ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου Βουλγαρικός Εξαρχικός και στο χωριό λειτουργούν δύο Βουλγαρικά σχολεία [Brancoff, D.M. "La Macédoine et sa Population Chrétienne". Paris, 1905, рр. 180-181.]. Ο πληθυσμός του συμμετέχει στον εθνικοαπελευθερωτικό επαναστατικό αγώνα της Εσωτερικής Μακεδόνο-Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) και παίρνει μέρος στην εξέγερση του Ίλιντεν. Για την καταστολή της εξέγερσης το χωριό κάηκε από τον τουρκικό στρατό στις 15 Αυγούστου του 1903, ενώ ανάμεσα σε 55 [Македония и Одринско (1893-1903). Мемоар на Вътрешната организация, 1904, стр. 202.] - 150 [Чекаларов, Васил. Дневник 1901-1903 година, Ива Бурилкова, Цочо Билярски, ИК „Синева” София, 2001, стр. 294.], είναι οι γυναίκες, παιδιά και γέροντες που εσφάγησαν. Ο Βρετανός δημοσιογράφος Henry Brailsford επισκέφθηκε το χωριό και φωτογράφησε τα ερείπια της Ζαγορίτσανης [H. Brailsford, „Macedonia: Its Races and Their Future“, Methuen & Co., London, 1906,p.159-165].


Μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, ο Ελληνικός ένοπλος Αγώνας στη Μακεδονία ενεργοποιείται. Η Ελληνομακεδονική επιτροπή στην Αθήνα ξεκίνησε την αποστολή ένοπλων ομάδων στο εσωτερικό, που καθοδηγούνται από τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη.Ο σκοπός της οργάνωσης σύμφωνα με τον Παύλο Μελά είναι:


Κείμενο από το Αλμανάκ Μακεδονία:
“Ο Έλληνας Μητροπολίτης Καστοριάς,
ο καιμακάμης και στρατιωτικοί
ηγέτες δίπλα στο πυροβόλο που είναι
στραμμένο εναντίον Βουλγαρικών χωριών.“
Πρέπει να εμποδίσουμε τους Βούλγαρους να κάνουν πάλι κακουργήματα και να επαναλάβουν την ψευτοεξέργεση που κάνανε τον προηγούμενο χρόνο επειδή όλος ο κόσμος είναι έτοιμος να αναγνωρίσει ότι εδώ υπάρχουν μόνο Βούλγαροι. Αυτό πρέπει να γίνει φέτος και του χρόνου μπορούμε να εργαστούμε και για την ελευθερία [Силянов, Хр., „Освободителните борби на Македония“, Том II, стр. 139.].   


Ο Ελληνικός αγώνας τίθεται στη υπηρεσία των τουρκικών αρχών και υποστηρίζει την καταστροφή των Βουλγαρικών τσετών. Σύμφωνα με τον επικεφαλής Οθωμανό επιθεωρητή Χιλμί Πασά:


Οι πράξεις των Ελληνικών αντάρτικων ομάδων, παρόλο που είναι παράνομες και θα έπρεπε να τιμωρούνται, αλλά επειδή αυτές οι ομάδες αγωνίζονται μόνο εναντίον των Βουλγαρικών τσετών, ενώ όταν συναντώνται με τον τακτικό στρατό παραδίδονται χωρίς να κάνουν χρήση όπλων – η εκδίκασή τους ανατέθηκε σε τακτικούς δικαστές. Έχουμε μια έκθεση από τον Συνταγματάρχη Leon Lamush ότι υπάρχει περιστατικό όπου σε μια μάχη με Βουλγαρικές τσέτες στην περιοχή των Γιαννιτσών, οι αντάρτες βοηθούσαν τον τουρκικό στρατό και οι τραυματίες τους, θεραπεύτηκαν σε τουρκικά στρατιωτικά νοσοκομεία [Документи на Балканската история, София, 1942 г., т.4, доклад 447 и 25, цитирано по: Благой Петров, „Наранената земя“, Алкор, Бургас, 1995.].   


Σύμφωνα με τον Γερμανό Καραβαγγέλη :


...η συμμαχία με τους Τούρκους είναι μόνο προσωρινή. Θα ρθει η μεγάλη μέρα που ο Ελληνισμός θα διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Αλλά πρέπει πρώτα να συντριβούν οι Βούλγαροι [Brailsford, Henry N. Macedonia: Its Races and Their Future, Methuen & Co., London, 1906, p. 194.].   


Για τον λόγο ότι η Ζαγορίτσανη συμμετείχε ενεργά στην εξέγερση, δεν δέχθηκε την πρωτοκαθεδρία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως [Сониксен, Алберт, „Изповедта на един македонски четник“, Изд. на Отечествения фронт, Трето издание, София, 1983 г., бел. 23] και αποτελεί εμπόδιο στις Ελληνικές ιδέες ο αντάρτης Γεώργιος Τσόντος (Καπετάν Βάρδας) αποφάσισε να "τιμωρήσει" το χωριό. Συγκεκριμένος λόγος για αυτό είναι το κάψιμο από τσέτες της ΕΜΕΟ δύο μοναστηριών κοντά στο χωριό Άγιος Νικόλαος, που ήταν κέντρα του Ελληνικού ένοπλου αγώνα στην περιοχή. [Каравангелис, Германос, „МАКЕДОНСКАТА БОРБА (СПОМЕНИ)“, приложение към „ВАСИЛ ЧЕКАЛАРОВ, ДНЕВНИК 1901-1903 г.“, Ива Бурилкова, Цочо Билярски, ИК „Синева” София, 2001 г., стр. 359.] Σύμφωνα με τον Σταμάτη Ράπτη οι αντάρτες είχαν διαταχθεί να σκοτώσουν όλους τους κατοίκους άνω των 16 ετών. Η διαταγή δόθηκε από “ένα πρόσωπο στο οποίο οι εκδικητές έχουν τυφλή εμπιστοσύνη" [Σταμάτη Ράπτη, „Ιστορία του Μακεδονικού αγώνος“, стр. 1002]. Ο ίδιος ο Γερμανός Καραβαγγέλης δίνει μια λίστα διακεκριμένων Βουλγάρων που ο Καπετάν Βάρδας πρέπει να σκοτώσει [Каравангелис, Германос, „МАКЕДОНСКАТА БОРБА (СПОМЕНИ)“, приложение към „ВАСИЛ ЧЕКАЛАРОВ, ДНЕВНИК 1901-1903 г.“, Ива Бурилкова, Цочо Билярски, ИК „Синева” София, 2001 г., стр. 359.].


Η ομάδα του Καπετάν Βάρδα.
Ποίημα για τη σφαγή της Ζαγορίτσανης από τον Παύλο Γύπαρη [Λάζαρης, Γιάννης, „Το μακελειό της Ζαγορίτσανης“]


Αρχηγοί κι οπλαρχηγοί όλοι πλειοδοτούνε,
«στο κέντρο αυτό οι Βούλγαροι πρέπει να κτυπηθούνε».


Η τρομερά απόφαση ελήφθη ένα βράδυ,
να στείλουν 92 Βουλγάρους εις τον Άδη!
Με λύσσα να εκδικηθούν όλοι αποφασίσαν,
πρώτη φορά τέτοια σφαγή όλοι τους εποθήσαν...
Κι εισήλθανε εις την Μονή Αγίων Αναργύρων
κι εκάθησαν εις τα κελιά που ήτανε τριγύρω,
Την Εκκλησιά οι Βούλγαροι την είχανε καμμένη,
προ δυό μηνών προτήτερα την είχαν ληστεμένη!


Κι όσοι εκ των εκδικητών ήσαν νεοφερμένοι,
και είδαν την εκκλησία μας έτσι αποτεφρωμένη,
«εκδίκηση» φωνάξανε, «να τρομοκρατηθούνε,
την Ιερά θρησκεία μας να την σεβαστούνε».


Όλοι με μια ορμητική ιδέα προχωρούνε,
τη Ζαγορίτσα ήθελαν στις φλόγες να τη δούνε.
Ο Βάρδας εκ του δυτικού μέρους επροχωρούσε
κι ο Μάλλιος εξ ανατολών την επολιορκούσε.

Όλοι επλησιάζανε και ο σαλπιγκτής σημαίνη,
μπαίνουν στη Ζαγορίτσανη, την πολυ-παινεμένη.
Ο Πούλακας και ο Μακρής, άνοιξαν το ντουφέκι
και στους Βουλγάρους ρίξανε
φωτιά κι αστροπελέκι.


Παύλος Γύπαρης
Όλοι επροχωρουσανε να μπούνε εις την μάχη,
ο Καραβίτης και πολλοί άλλοι Βουλγαρομάχοι,
κι ο Βάρδας, σαν το κεραυνό,
στη μάχη μέσα μπαίνει,
και όλους τους εκδικητάς με λόγια τους θερμαίνη.
Αητοί πετάνε γύρω του, λιοντάρια παν κοντά του,
και γράφει με το ξίφος του ο Βάρδας τ’ όνομα του,
και ο Καούδης, στην κορυφή,
φύλαγε τα πλευρά του.


Ο Κουκουλάκης προχωρεί μέσα στο πανηγύρι,
του Καραβίτη ερρίξανε από 'να παραθύρι,
ο Κλείτος και ο Πήχεων, με το σπαθί στο χέρι,
και ο Γκούτας, ο αμίμητος, όπου δεν έχει ταίρι...


Μα δεν εμπόραγε κανείς για να τους συγκράτηση,
το αίμα το Βουλγαρικό έτρεχε σαν τη βρύση!
Σκοτώνουν οι εκδικηταί όσους να βρουν μπροστά των,
φθάνει να είναι Βούλγαροι, γιατί πονεί η καρδιά των.


Τρέλλα 'χε τους εκδικητάς πιάσει την ώρα εκείνη,
μανιακά φωνάζανε «εκδίκηση να γίνει!»
Άγγελοι, γίναν δαίμονες, εις την καρδιά, στην όψη,
γιατί Βουλγάρων είχανε πολλά κεφάλια κόψει.


Όλη ή Ζαγορίτσανη με πτώματα εστρώθη
και είναι θαύμα αληθινά Βούλγαρος πώς έσώθη!
Πολλοί επυροβολούσανε από τα σπίτια μέσα,
μα μπήκανε οι εκδικηταί και τους εξεμπέρδεψαν,
κομίτες, δημογέροντας, και ψεύτικους παππάδες,
όλοι, Αρχηγοί και Οπλαρχηγοί, γινήκαμε πασάδες...


Όπου έγινε αντίστασις έκαψαν και τα σπίτια,
γιατί είχανε οι εκδικηταί τον πόνο μέσ' στα στήθεια.
Αυτά αποτελούσανε την φρικαλέα εικόνα,
θα το θυμούνται οι Βούλγαροι ολόκληρον αιώνα.

Τα ονόματα των θυμάτων :


Νόλε Ντούκοφ (100 χρόνων), Τάσι Ράποφ (50), Μίτε Λάζοφ (56), Κούζο Σαμαρτζίεφ (48), Ιβάν Κολοκοτρόνκιν (25), Ιάνι Κάντζοφ (58), Χρίστο Κάντζοφ (48), Ίτσο Μαράζετο (60), Μίτε Φίλτσοφ (50), Μίτε Ιότκιν (50), Στοιάν Κονσταντόφ (75), Κιριάκο Σαπουνάροφ-Παλιάτσο (40), Πέταρ Σλάτοφ (47), Νόλε Μάντσεφ (20), Γκίρο Βασίλεφ-Μόντι (70), Μίτε Πογκόντσεφ (70), Πέταρ Ματσούρεφ (55), Σίντο Βούλεφ (51), Νικόλα Μπλάτσεφ (54), ο γιός του Γκεόργκι (17), Μάρκο Βανγκέλοφσκι-Κάλφατα (75), Ιάνε Κουρουβέσοφ (60), Γκίλο Κουρουβέσοφ (45), Τάσι Κουρουβέσοφ (40), Ζίσο Ντιμοβίτσιν (75), Ο γιός του Πέτρετο (14), Ιάνε Ζαφιράκοφ (20), Μίτε Κονσταντίνκιν (50), Γκεόργκι Ρόνζα- Γκοβεντάρινα (65), Γκεόργκι Ταγκάροφ (26), Χρίστο Τέμοφ (63), Ντιμίταρ Κόντεφ (40), Ντίνε Τσουτσούλεφ-Ντάσκαλο (45), Κούζο Ντρέντοφ (76), Ντίνε Κόλεφ-Μπουσουνάντσεφ (25), Κόλε Ιουνάκο (18), Φίλε Γκιόντσεφ (50), ο γιός του Στοιάν (20), Ιάκο Εβρέινα-Πραματάρ (70), Παντέβιτσα Μιτάλκοβα (25), η γυναίκα του σκοτωμένου Βασίλ Τσίτσοφ-Τάρπα (45), Τάνα-κόρη του Μουχτάρη Ιάνε Κάντζοφ (14), η κόρη του Κούζο Σαμαρτζίιατα-Ανγκελίνα (10),  η κόρη του ιδίου-Έλένη (7), η κόρη του ιδίου-Μαρία (4), η μητέρα τους Σουλτάνα (40), Πόπ Στέφαν (60), Βανγκέλ Γκάτσοφ (70), Νικόλα Κονσταντόφ (75), Κούζο Νάνοφ (55), Κούζμαν Κονσταντόφ (75), Μίτε Σκλίφα (65), Βάνουκ Κίροφ (50), Κόλε Ίλκο Ντούκοφ (30), Βασίλ Τσίτσοφ (55), Ναούμ Μίσκοφ-  Ντράσκατα (65), Αντόν Πετσιτίκοφ (50), Ιάντσο Τουρουφίεφ (50), Νάκι Καλέσιν-Γκαινταρτζίατα (47), Κόστα Σέφοφ (65), ο Δήμαρχος και η κόρη του.


Σήμερα στην Ζαγορίτσανη ζουν ακόμα απόγονοι των αθώων θυμάτων που χάθηκαν σε μια από τις πιο βάναυσες σφαγές που έκαναν Έλληνες αντάρτες. Και παρόλο που οι τάφοι τους δεν υπάρχουν πια και τα ονόματα των απογόνων τους είναι αλλαγμένα σε ελληνόφωνα, το αίμα που χύθηκε αναίτια, γέρων, νέων ανθρώπων και παιδιών, δεν έχει ξεχαστεί.

"Οι ήρωες" της σφαγής στην Ζαγορίτσανη (Μέρος Πρώτο)  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , ,

Η Ελληνική ιστοριογραφία για πάνω από 100 χρόνια αποκρύπτει, υποτιμά και αλλοιώνει αυτό το γεγονός. Οι μελετητές του "Μακεδονικού Αγώνα" συνειδητά το αγνοούν, παρότι δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο αυτής της μορφής. Με παρόμοιο τρόπο οι αντάρτες επιτίθενται και καταστρέφουν τα χωριά Νεβόλιανη (Σκοπιά), Ζελένιτσε (Σκλήθρο), και Γκόρνο  Καρατζόβο (Μονοκκλησιά) και κάνουν πολλές άλλες προσπάθειες, όμως οι ομάδες τους καταστρέφονται από την τοπική αντίσταση. Το περιστατικό στην Ζαγορίτσανη αποδεικνύει τα παρακάτω γεγονότα: οι Έλληνες αντάρτες μάχονται κυρίως εναντίον του φιλήσυχου Βουλγαρικού πληθυσμού, με την συνεργασία ή την αδράνεια των Τουρκικών Αρχών και του στρατού, οι Ευρωπαίοι παρατηρητές αντιλαμβάνονται αυτά τα γεγονότα και τα επόμενα χρόνια αναγκάζουν την Ελλάδα να σταματήσει την χρηματοδότηση του αντάρτικου κινήματος και επίσης το γεγονός ότι οι αντάρτες δεν υπάρχει τρόπος να αποτελέσουν ήρωες του πληθυσμού στην Αιγαιακή Μακεδονία καθώς ο βασικός σκοπός των Κρητικών και των Πελοποννησίων είναι η εκκαθάριση των σλαβόφωνων, ανεξαρτήτως της Εθνικής τους συνείδησης. Αυτό αποδεικνύεται πλήρως στην περίοδο 1913 - 1949 όταν όλοι οι σλαβόφωνοι υπομένουν πρωτόγνωρες φρικαλεότητες και απάνθρωπη μεταχείριση από τους "απελευθερωτές" τους.



Έλληνες Αξιωματικοί που συμμετείχαν  στον Μακεδονικό Αγώνα
(1904-1908), ανάμεσά τους και οι "ήρωες" της Ζαγορίτσανης.
Έλληνες αντάρτες των Γεωργίου Τσόντου, Ευθύμιου Καούδη, Γεωργίου Μακρή και Παύλου Γύπαρη, οι κατετάνιοι Ιωάννης Καραβίτης, Θεόδωρος Κουκουλάκης, Ιωάννης Κ. Πούλακας, Στέφανος Δούκας και Φίλιππος Κιτρινιάρης θα επικεντρωθούν στο ελληνικό χωριό Λόσνιτσα (Γέρμας). Στις 20 Μαρτίου 1905 ο συνολικός αριθμός υπερβαίνει τους 300 [Силянов, Христо, „Освободителните борби на Македония“, Том II, стр. 139.]. Στις 24 Μαρτίου 1905 ο Ιταλός αξιωματικός της Τουρκικής χωροφυλακής που υπηρετεί στην Καστοριά Κοσμά Εμίλιο Μανέρα λαμβάνει την πληροφορία σχετικά με την ετοιμαζόμενη πράξη των ανταρτών και διατάζει τον Τούρκο αξιωματικό Νιαζίν Μπέη να διανυκτερεύσει στην Ζαγορίτσανη το ίδιο ακόμα βράδυ, αλλά αυτός με δική του πρωτοβουλία διαμένει με την ομάδα του στο κοντινό χωριό Κομανίτσοβο (Λιθιά) [Патеров, Илия Г., „Загоричани“, Издание на Загорицкото дружество “Илинден”, София, 1930 г., стр. 15.]. Κοντά, στην Κλεισούρα βρίσκεται και η Τουρκική στρατιωτική φρουρά, ωστόσο, η κίνηση και η δράση των ανταρτών πέρασαν απαρατήρητες. Παραμένουν αμφιβολίες κατά πόσο υπήρχε μυστική υποστήριξη από την πλευρά της επίσημης Τουρκικής αρχής, όπως για παράδειγμα στην επιστολή του Γερμανού Καραβαγγέλη προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης το 1902, στην οποίαν αναφέρονται τα εξής:

Ο Τούρκος γενικός επικεφαλής Νεσάτ Πασάς μέσω των συμβούλων θέλησε να μάθει την άποψή μου σχετικά με την αποστολή μονάδας για να απομακρύνει τις Βουλγαρικές συμμορίες. Του απάντησα, ότι για να καταστραφούν οι Βουλγαρικές συμμορίες θα έπρεπε μέσα σε μια νύχτα να πολιορκήσουν τουλάχιστον 40 χωριά και να συλληφθούν ζωντανοί, όλα τα μέλη των συμμοριών [Тзавелла, Христофор. „Кръстникът на първите войводи на ВМОРО и ВМОК отец Търпо Поповски“, Македония прес, София 2003 г., стр. 33-34.].


Ο Γερμανός Καραβαγγέλης , πίσω του ο Κοσμά
Εμίλιο Μανέρα και άλλοι Τούρκοι αξιωματικοί.

Στις 25 Μαρτίου (7 Απριλίου, νέο ημερολόγιο) του 1905, στην θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αντάρτικες ομάδες εισβάλλουν νωρίς το πρωί στην Ζαγορίτσανη. Η επίθεση αυτή συνοδεύεται με τους ήχους από πολεμικές σάλπιγγες που χρησιμοποιούνται από τον Τούρκικο στρατό για ειδοποίηση. Αυτό αποτελεί μέρος της τακτικής των ανταρτών οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι Βούλγαροι θα κρύψουν τα όπλα τους, για να μην βρεθούν, σε περίπτωση που γίνει έρευνα από τις τουρκικές αρχές [Σταμάτη Ράπτη, „Ιστορία του Μακεδονικού αγώνος“, стр. 990]. Στο χωριό εκδηλώνονται φωτιές από όλες τις πλευρές και οι αντάρτες μαζεύουν 20 άτομα επιφανείς ενήλικες στο κέντρο της Ζαγορίτσανης. Μετά από δύο ώρες αποσύρονται μαζί μ αυτούς στο βουνό Βάρμπιτσα, όταν καταφθάνει και ο Τουρκικός στρατός με επικεφαλή τον Νιαζίν Μπέη ενώ οι χωρικοί είχαν φύγει κατά την εισβολή σε γειτονικά χωριά. Στο χωριό σκοτώθηκαν 39 αγόρια και άνδρες και 7 κορίτσια και γυναίκες. Στο βουνό Βάρμπιτσα πυροβολήθηκαν 14 άνδρες, ανάμεσα τους και ο ιερέας παπά Στέφαν 60 ετών. Μαζί με τον Πρόεδρο του χωριού και την κόρη του, ο συνολικός αριθμός όσων σκοτώθηκαν είναι 62 άτομα, ενώ τραυματίστηκαν άλλα έξι. Από όσους είχαν συλληφθεί ένας άνθρωπος γύρισε στο χωριό [Патеров, Илия Г., „Загоричани“, Издание на Загорицкото дружество “Илинден”, София, 1930 г., стр. 4.].

Ακόμη από την ώρα της εισβολής, από το χωριό στάλθηκαν δύο αγγελιοφόροι για να ενημερώσουν τις αρχές στο Μοναστήρι για αυτό που είχε συμβεί, αλλά αυτοί όμως είχαν συλληφθεί. Αντ αυτών ο Ατανάς Κόκοφ από το χωριό Βέργα ενημέρωσε τους Πρόξενους Αυστρο-Ουγγαρίας και Ρωσίας για το τι συνέβη [Патеров, Илия Г., „Загоричани“, Издание на Загорицкото дружество “Илинден”, София, 1930 г., стр. 9.]. Το βράδυ στη Ζαγορίτσανη καταφθάνει αυτοπροσώπως ο αξιωματικός χωροφυλακής Κοσμά Εμίλιο Μανέρα, ο οποίος δεν επιτρέπει να ταφούν οι νεκροί έτσι ώστε διεθνής επιτροπή να διερευνήσει αυτό που συνέβη. Ο Καιμακάμης Καστοριάς διέταξε τα πτώματα να ταφούν, αλλά οι χωρικοί δεν συμμορφώθηκαν με την διαταγή του. Μετά από τέσσερις ημέρες στην Ζαγορίτσανη έφτασε επιτροπή η οποία απαρτίζεται από τον Πρόξενο Αυστρουγγριάς Όσκαρ Προχάσκα, τον Ρώσο Πρόξενο Κάλ , δύο Ιταλοί, τρεις Τούρκοι αξιωματικοί και ο Ναούμ Τέμτσεφ που καταγόταν από την Ζαγορίτσανη αλλά ζούσε στο Μοναστήρι. Σ αυτούς οι χωρικοί της Ζαγορίτσανης παραδίδουν μια γραπτή δήλωση, διαμαρτυρία, ενώ οι χωρικοί από τα γύρω χωριά διαμαρτύρονται. Μετά την σφαγή μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ζαγορίτσανης μετανάστευσε στην Βουλγαρία και στις ΗΠΑ [Патеров, Илия Г., „Загоричани“, Издание на Загорицкото дружество “Илинден”, София, 1930 г., стр. 6-10.].



Ψήφισμα της συγκέντρωσης στο
Πλόβντιβ με αφορμή την σφαγή.
Ο επικεφαλής συνταγματάρχης χωροφυλακής του Μοναστηρίου
Αλμπέρα λέει:

Ως αξιωματικός του Ιταλικού Στρατού έλαβα μέρος σε πολλές μάχες με άγριες αφρικανικές φυλές. Συχνά συνέβη να συλληφθούν και να θανατωθούν από τους Αφρικανούς, στρατιώτες μας. Αλλά σκοτωμούς με τέτοια επιδέξια σκληρότητα δεν είχα δει μέχρι τώρα και δεν βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω τους δράστες αυτού του εγκλήματος [Патеров, Илия Г., „Загоричани“, Издание на Загорицкото дружество “Илинден”, София, 1930 г., стр. 10.].   

Ο Άγγλος πρόξενος Μάκ Γκρέγκορ γράφει προς τον Πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη:

Ο συνολικός αριθμός των μη ταφέντων πτωμάτων που βρέθηκαν από τον συνταγματάρχη και τους δύο Πρόξενους ήταν 68, ανάμεσα τους 6 γυναίκες και δύο παιδιά καθώς τα τελευταία έχουν τρυπηθεί με ξιφολόγχες, σε μία περίπτωση διαπιστώθηκε ότι ολόκληρη η οικογένεια ανατινάχθηκε με βόμβα δυναμίτη παλαιού τύπου που ρίχθηκε μέσα από τρύπες στους τοίχους του σπιτιού τους. Εκτός από το κάψιμο σε 13 σπίτια και άλλους τόσους αχυρώνες, οι Έλληνες έχουν σφάξει εσκεμμένα πολλά ζώα, ενώ ο μικρός αριθμός των τραυματιών, περίπου μισή ντουζίνα, αποδεικνύει την ιδανική μέθοδο με την οποία έγινε η χασάπικη δουλειά σ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα της μιάμισης ώρας ... Πρέπει επίσης να εκφράσω την προφανή διαφορά μεταξύ της σφαγής στην Ζαγορίτσανη και στις δολοφονίες που διαπράχθηκαν από Εξαρχικούς εναντίον Πατριαρχικών, διότι ενώ οι πρώτοι σχεδόν αλάνθαστα επιλέγουν τα θύματά τους μεταξύ προσώπων που είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι είναι ένοχοι προδοσίας, φαίνεται ότι οι Έλληνες δεν ενδιαφέρθηκαν για άλλο κίνητρο παρά μόνο να σκοτώσουν όσο μπορούν πιο πολλούς Εξαρχικούς...[Трајановски, Александар. „Андартскиот колеж во Загоричани“, Скопие, 1995 г.].   

Ο Βούλγαρος εμπορικός πράκτορας Αντρέι Τόσεφ σε μυστική έκθεση προς την Βουλγαρική Κυβέρνηση γράφει:

Αυτοί, ο Ρώσος και ο Αυστριακός Πρόξενοι και οι Ιταλοί αξιωματικοί Αλμπέρα, Γκαστόλντι και Μανέρα τρόμαξαν με όλα όσα είδαν και κατέγραψαν. Στους δρόμους κοντά στην εκκλησία και παντού είχε ξαπλωμένα πτώματα ακρωτηριασμένα με σκληρότητα. Είχε 5 χρόνα παιδιά με ανοιγμένη κοιλιά , γυναίκες σκοτωμένες με κομμένα χέρια. Σε κάποιον το κρανίο ήταν σπασμένο και το μυαλό να έχει χυθεί, σε άλλους τα μάτια βγαλμένα, χέρια και πόδια κομμένα κλπ. Ο μοναδικός ιερέας του χωριού 60 χρόνος γέρος που σκοτώθηκε, όλο το σώμα ήταν γεμάτο πληγές. Μία ολόκληρη οικογένεια σκοτώθηκε με βόμβες που έριξαν από την καμινάδα και δύο τρύπες στους τοίχους που έγιναν γιαυτό τον λόγο. Ο πατέρας, η μητέρα και τα δύο παιδιά τρομερά παραμορφωμένα από τις βόμβες. Το μικρότερο 5 χρόνο κορίτσι θέλησε να βγει από την πόρτα αλλά ήταν τρυπημένο από ξιφολόγχη των Ελλήνων. Ο Ρώσος Πρόξενος κύριος Καλ έκλαιγε όταν μου περιέγραφε όσα είδε. Ο Αυστριακός Πρόξενος κύριος Προχάσκα μόλις που συγκρατούσε τα δάκρυά του. Αυτοί δήλωσαν ότι παρόμοιες φρικαλεότητες δεν είδαν, ούτε οι Τούρκοι να κάνουν κατά την εξέγερση.Οι Πρόξενοι πρόσθεσαν οτι κατά την είσοδο τους στο χωριό η οσμή των καμμένων πτωμάτων οι αλλαλαγμοί και οι κραυγές όσων είχαν μείνει ζωντανοί μπορούσαν να ραγίσουν την καρδιά ακόμα και του πιο σκληρόκαρδου [Силянов, Христо, „Освободителните борби на Македония“, Том II, стр. 139.].








Στην ίδια έκθεση ο Τόσεφ μοιράζεται την άποψη των Πρόξενων για την ανεπαρκή παρέμβαση των Τουρκικών αρχών:


Ταχυδρομική κάρτα “Να θυμάστε την Ζαγορίτσανη”.
Είναι απαράδεκτο η μετακίνηση μίας τόσο πολυάριθμης αντάρτικης ομάδας να περάσει απαρατήρητη από τα όργανα τόσο των πολιτικών όσο και στρατιωτικών αρχών. Μερικές ημέρες πριν την επίθεση είχε έρθει στρατός στην Ζαγορίτσανη και πάλι είχαν ακουστεί οι σάλπιγγες αλλά οι αξιωματικοί είχαν καθησυχάσει τους τρομαγμένους χωρικούς λέγοντάς τους ότι όταν ακούνε σάλπιγγες να ξέρουν ότι είναι στρατός και να μην ανησυχούν. Μερικές ημέρες στην σειρά πριν από την επίθεση ο στρατός έκαμνε έρευνες στην Ζαγορίτσανη έτσι ώστε αν κάποιοι από τους χωρικούς είχαν όπλα τα είχανε κρύψει και δεν τα είχαν στα χέρια τους για να μπορούν να προστατευθούν. Η αναχώρηση του Καιμακάμη της Καστοριάς χωρίς να εμφανιστεί μπροστά στους Πρόξενους είναι ακόμα ένα γεγονός που επίσης δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο [Силянов, Христо, „Освободителните борби на Македония“, Том II, стр. 139.].


Το έτος 1921 ο έμπορος από την Ζαγορίτσανη Ντιμίταρ Σπίρκοφ δίνει χρήματα για την κατασκευή της εκκλησίας του “Αγίου Δημητρίου “ στην Κωνσταντινούπολη. Σε επιγραφή που υπάρχει πάνω από τον νάρθηκα του ναού αναφέρεται ότι η εκκλησία χτίστηκε στη μνήμη εκείνων που χάθηκαν στην Ζαγορίτσανη [Българска православна община в Истамбул, взето от http://www.svetistephan.com на 25 март 2012.]. Το έτος 1930 στη Σόφια έχει εκδοθεί ένα βιβλίο με αναμνήσεις με την ευκαιρία της 25 ης επετείου από τη σφαγή στην Ζαγορίτσανη.


Ιερός Ναός του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου, κτίστηκε το καλοκαίρι του 1921 μετά Χριστόν με έξοδα και επιμέλεια του φιλόπατρη Ντιμίταρ Γ. Σπίροφ καταγόμενου από την Ζαγορίτσανη, Καστοριάς, Μακεδονία στην μνήμη και αιώνια ανάμνηση των δολοφονημένων στις 25 Μαρτίου 1905 63 Βουλγάρων, στην γενέτειρά τους Ζαγορίτσανη από τους Έλληνες αντάρτες.

Μέρος πρώτο (θα υπάρχει συνέχεια)

Επιστροφή στην... Γκουμέντζε (Γουμένισσα), Μέρος Πρώτο  

Posted by Kokice in , ,


Γκουμέντζε ή Γκιουμέντζε (συναντάται και ως Γκουμέντζα / Γκιουμέντζα) στα Ελληνικά Γουμένισσα, μέχρι το 1926 Γουμένιτσα είναι πόλη της Αιγαιακής Μακεδονίας, Ελλάδα, κέντρο του δήμου Παιονίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η Γουμένισσα έχει 4073 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Η πόλη είναι έδρα της Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου. Η Γουμένισσα βρίσκεται στο βόρειο άκρο της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης και στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Πάικο και είναι κέντρο της ιστορικό-γεωγραφικής περιφέρειας Μποίμια.

Ιστορία
Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Τον 19 ο αιώνα η Γουμένισσα είναι μικρή πόλη του καζά των Γιαννιτσών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1845 ο Ρώσος σλαβιστής Βίκτορ Γκριγκόροβιτς επισκέπτεται την Γουμένισσα (Ιγκούμεντσο) και την περιγράφει σαν Βουλγαρικό χωριό. Το 1866 – 1867 στο παρεκκλήσι στο μετόχι της Μονής Ζωγράφου στην πόλη ανοίγει το πρώτο Βουλγαρικό ιδιωτικό σχολείο από τον ιερωμένο (από την Μονή Ζωγράφου) Χαραλάμπι Αινταρίνοφ, ενώ την επόμενη χρονιά δάσκαλος είναι ο Ρίστο Ροντόπσκι. Κάτω από την πίεση των Πατριαρχικών Αρχών αυτοί οι δύο δάσκαλοι διώχθηκαν, το σχολείο όμως επιβίωσε και την χρονιά 1872 – 1873. Την περίοδο 1873 -1875 δάσκαλος στο Βουλγαρικό σχολείο είναι ο Νικόλα Μάνοφ από την πόλη Πίροτ (Σερβία), ο οποίος εισάγει την ακουστική μέθοδο διδασκαλίας, ενώ μετά από αυτόν διδάσκει ο Βενιαμίν Ματσούκοβσκι και στην περίοδο 1876 – 1878 ο Χρίστο Μπούτσκοφ από το Κιλκίς. Το Βουλγαρικό σχολείο στην Γουμένισσα καταφέρνει να επιβιώσει κατά τον Ρωσο - Τουρκικό πόλεμο, ενώ αμέσως μετά από αυτόν για την σχολική χρονιά 1878-1879 διορίζεται από την Εξαρχία ο δάσκαλος Χρ. Ουρούμοφ, ο οποίος μένει τρία χρόνια βοηθούμενος από τον δάσκαλο του δήμου Γκόνο Πέικοφ. Οι Αρχές όμως στέλνουν στην εξορία και τους δύο και δάσκαλοι γίνονται οι Χρίστο Μπαντούλοφ (1881 – 1883) και Νάνο Πάντοφ (1883 – 1885) από το Κιλκίς. Μετατρέπεται σε σχολείο τάξεων το 1885 με δασκάλους τους Ιβάν Ποπστάβρεφ και Ντιμίταρ Σάλντεφ. 


Η εκκλησία της "Παναγίας"

Τον Μάιο του 1885 ο Βουλγαρικός δήμος της Γουμένισσας, στον οποίον μπαίνουν οι Ντίμο Σ. Ρουμελίεφ, Χρίστο Χατζιστοιάνοφ, Χρίστο Ι. Καντίεφ, ζητάει από την Εξαρχία την στήριξη έτσι ώστε να αναγνωριστεί επίσημα από τις τοπικές αρχές, και οι αποφάσεις που λαμβάνει ακόμα και για εκκλησιαστικά θέματα να ισχύουν δεσμευτικά. Ο δήμος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στον αγώνα ενάντια στον Ελληνικό (Γραικομάνικο) δήμο και ενάντια στην Ουνιατική προπαγάνδα έτσι και οι δύο Βούλγαροι ιερωμένοι Ιβάν Μπαταντζίεφ και Ιβάν Σρεμπρίνοφ αντιμετωπίζουν μεγάλες υλικές ανάγκες. Ο Γραικομάνικος δήμος με την υποστήριξη του Έλληνα Επισκόπου, “πάντοτε συνέτριβε τους Βούλγαρους ενώπιον των αρχών, έπαιρνε ακίνητα και εισοδήματα και λοιπά” η Εξαρχία συμβουλεύει τους Βούλγαρους της Γουμένισσας οτι πρέπει να προσπαθήσουν να πείσουν τους Γραικομάνους συναδέλφους τους να σχηματίσουν έναν Βουλγαρικό δήμο.

Α. Σινβέ (“ Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στατιστική Μελέτη και Εθνογραφία¨) βασιζόμενος σε Ελληνικά δεδομένα, το 1878 γράφει οτι στην Γουμένισσα (Γκουμέντζια), επαρχία Έδεσσας, ζουν 3800 Έλληνες. Το 1900 σύμφωνα με την στατιστική του Βασίλ Κάντσοφ (“Μακεδονία, Εθνογραφία και στατιστική”) η Γουμένισσα είναι μικρή πόλη του καζά των Γιαννιτσών και αριθμεί 3150 κατοίκους Βούλγαρους.


Το σχολείο στην αυλή της εκκλησίας "Αγ. Γεώργιος"

Ο πληθυσμός της μικρής πόλης είναι διαμοιρασμένος σε σχέση με την θρησκευτική του συμπεριφορά. Σύμφωνα με στοιχεία του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Ντιμίταρ Μίσεφ (“Η Μακεδονία και ο Χριστιανικός πληθυσμός”) το 1905 στην Γουμένισσα έχει 2560 Βούλγαρους Εξαρχικούς και 2440 Βούλγαρους Πατριαρχικούς Γραικομάνους και λειτουργούν Βουλγαρικό και Ελληνικό σχολείο.

Τον Σεπτέμβριο του 1910 η μικρή πόλη υποφέρει την περίοδο του αφοπλισμού που επέβαλλαν οι Νεότουρκοι. Συνελήφθησαν μερικές δεκάδες Βούλγαροι , ανάμεσα στους οποίους και ο πρόεδρος του Βουλγαρικού δήμου και επικεφαλής δάσκαλος Ζέκοφ.

Σύμφωνα με στοιχεία της Εξαρχίας το 1910 στην Γουμένισσα έχει 881 σπίτια με 981 οικογένειες, 4946 κατοίκους Βούλγαρους και δύο εκκλησίες.


Το ίδιο σχολείο σήμερα, όπου στεγάζεται ο Ερυθρός Σταυρός 

Στην πόλη το 1912 ανοίγει Βουλγαρικό νοσοκομείο. Με την ανάφλεξη του Βαλκανικού Πολέμου το 1912 21 άτομα από την Γουμένισσα συμμετέχουν στον Μακεδόνο-Αδριανουπολίτικο Εθελοντικό στρατό. Η μικρή πόλη απελευθερώνεται απο την τσέτα του Ντιμίταρ Ρόμπκοφ στις 20-21 Οκτωβρίου, ενώ η τσέτα του Κονσταντίν Ντζέκοφ έφτασε στις 23 Οκτωβρίου του 1912. Εκεί εγκαθίστανται Ελληνικά και Βουλγαρικά στρατιωτικά τμήματα. Τον Δεκέμβριο του 1912 οι Έλληνες προσπάθησαν να καταλάβουν το δημαρχείο και το αστυνομικό τμήμα αλλά αποκρούονται από Βούλγαρους στρατιώτες και μέλη τσέτας. Το 1913 ο Βούλγαρος δήμαρχος στην Γουμένισσα Χατζί Τ. Ζαχαρίνοφ, ο βοηθός του Ι. Σταμενίτοφ και ο ιατρός της πόλης Ιβάν Άλεφ αναγκάζονται να διαφύγουν στο Κιλκίς λόγω επιδρομών Ελληνικών τμημάτων, ο Βούλγαρος ανώτερος υπάλληλος Στ. Βοιβόντοφ διαπομπεύεται δημόσια στο κέντρο της πόλης. Ο Αρχιερατικός εφημέριος της Εξαρχίας Γκ. Ντάτσοφ συνελήφθει, ενώ 176 πιο επιφανείς πολίτες εκδιώχθηκαν από την πόλη. 

Στην Ελλάδα
Οι δάσκαλοι του Βουλγαρικού σχολείου στην Γουμένισσα
το έτος 1910 - 1911. Όρθιοι - Μπορίς Ιανισλίεφ,
Χρίστο Ντίνεφ, Σοφία Καραιάνοβα, Βενέρα Πονσάεβα,
Κίριλ Ποπιβανόφ, Αργκίρ Μανασίεφ; Καθήμενοι -
Βικτώρια Μίζεβα, Χριστόντουλ Λέβοφ, Χρίστο Στοιάνοφ,
Ολυμπία Μπαταντζίεβα.

Μετά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο η Γουμένισσα ανήκει στην Ελλάδα. Τμήμα από τους Βούλγαρους κατοίκους της μεταναστεύει στην Βουλγαρία. Στην δεκαετία του 20 στην θέση τους εγκαθίστανται Έλληνες πρόσφυγες. Το 1928 η Γουμένισσα είναι μικτό τοπικό-προσφυγικό χωριουδάκι με 427 προσφυγικές οικογένειες και 1676 κατοίκους. Το 1926 η μικρή πόλη μετονομάζεται σε Γουμένισσα. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η μικρή πόλη ήταν στην Γερμανική κατοχική ζώνη και εκεί δημιουργήθηκε τμήμα της Κεντρικής Βουλγαρομακεδονικής Επιτροπής. Τον Μάιο του 1944 οι Γερμανικές Αρχές συλλαμβάνουν εκατοντάδες άτομα από την Γουμένισσα και τα γύρω χωριά και εκτελούν 52 από αυτούς κοντά στο ποτάμι Τσικαρτσίιτσα. Ο πληθυσμός σύμφωνα με τις απογραφές είναι, 4163 (1991) και 4073 (2001).

Προσωπικότητες

Από την Γουμένισσα κατάγονται οι μεγάλοι Βούλγαροι επαναστάτες της ΕΜΑΕΟ Ίτσκο Μπόιτσεφ, Χρίστο Μπαταντζίεφ, Κονσταντίν Ντζέκοφ και Χρίστο Σάλντεφ.




Αυθεντικό τραγούδι γάμου, ηχογραφημένο το 1925 από πρόσφυγες της Γουμένισσας, που εγκαταστάθηκαν στο Ασένοβγκραντ, Βουλγαρία. 
                                                                             "Ένκα μάικα τζάναμ
                                                                             Ένκα μάικα τζάναμ ια πλέτεσε,
                                                                             Ένκε, μίλο , μπρε τσέντο να μάμα..." 


  

105 Χρόνια απο τον θάνατο του Λουκά Ιβανόφ  

Posted by Kokice in , , , ,

Ανάμεσα σε Παναγκιούριστε και περιοχή Έδεσσας

Οι έρμοι απο την Κλεισούρα γίναν Μοσχοβίτες,
ενώ αυτοί από το Παναγκιούριστε Κοζάκοι του Ντόν”

Λουκά Ιβανόφ (1867 - 1906)
Το Παναγκιούριστε είναι μικρή Βουλγαρική Θρακική πόλη, γνωστή μέχρι τον 19 ο αιώνα για το εμπόριό της. Όμως το 1876 γίνεται το κέντρο της Βουλγαρικής επανάστασης και οι φλόγες της Απριλιανής εξέγερσης φωτίζουν μέχρι και σήμερα πτυχές της ιστορίας μας. Αλλά το τίμημα για το ηρωικό Παναγκιούριστε είναι πολύ μεγάλο καθώς ολόκληρη η πόλη κάηκε , ενώ μεγάλο τμήμα των κατοίκων της σκοτώθηκαν χωρίς οίκτο ή εκδιώχθηκαν. Το παραδοσιακό τραγούδι εξυμνεί την ανδρεία των εξεγερμένων, συγκρίνοντάς τους με τους περίφημους ατρόμητους Κοζάκους.

Στην πόλη αυτή γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της νότιας Μακεδονίας – ο βοεβόδας Λουκά Ποπιβάνοφ Ιβανόφ. Αυτός παίρνει στις πλάτες του την ευθύνη για την προστασία του Βουλγαρικού πληθυσμού στην περιοχή της Έδεσσας (Βόντεν) από την τρομοκρατία Τούρκων κακοποιών και Ελλήνων ανταρτών. Οι Βούλγαροι της Μακεδονίας του δείχνουν μεγάλη εμπιστοσύνη, καθώς είναι γνωστό οτι είναι Βούλγαρος αξιωματικός και τον έφερε στην περιοχή προσωπικά ο Γκιόρτσε Πετρόφ – ένας από τους ιδεολόγους της ΕΜΑΕΟ. Κατά την εξέγερση του Ιλίντεν καθοδηγεί τσέτα στη περιχή του Πρίλεπ, όπου μάχεται μαζί με τους βοεβόδες της Καστοριάς Λάζαρ Ποπτράικοφ και Ιβάν Ποπόφ εναντίον των Τουρκικών στρατευμάτων. Αργότερα οργανώνει ολόκληρη την περιφέρεια της Έδεσσας, συχνά μεταβαίνει στην περιοχή των Γιαννιτσών (Ενιτζέ Βάρνταρ), όπου βοηθάει τον Αποστόλ Πετκόφ, ενώ στη περιοχή του δρουν οι βοηθοί του βοεβόδες Καρατάσο, Ντιμίταρ Ζανέσεφ και Γκριγκόρ Ντζιντζιφίλοφ.


Η τσέτα του Λουκά Ιβανόφ
Δέσμιος του ιερού ιδεώδους “Ελευθερία ή Θάνατος”, ο Λουκά Ιβανόφ συμμετέχει σε δεκάδες μάχες, το όνομά του αποτελεί σημαία στην ορμή των Βούλγαρων της Μακεδονίας για ανεξαρτησία. Ο θρυλικός βοεβόδας χάθηκε μαζί με τον Καρατάσο στο χωριό Σμπόρσκο (Πευκωτό) στις 25 Αυγούστου 1906, μόλις όταν έκλεισε τα 39 του χρόνια. 

Στο ημερολόγιο “Ιλίντεν” του 1942 στο περιοδικό Ιλιουστράτσια Ιλίντεν αναφέρεται: 


Ο Λουκά στην λίμνη των Γιαννιτσών
"Ο θάνατος του Λουκά συγκλόνισε ολόκληρο τον Βουλγαρικό πληθυσμό. Για πολύ καιρό οι σύντροφοί του θρηνούσαν σιωπηρά τον χαμό του, για να μην απογοητευτεί ο λαός. Ο Λουκά ήταν εξαιρετικά συμπαθής άνθρωπος, ήρεμος, έξυπνος, γενναίος και καλοσυνάτος εκ φύσεως. Με το ευχάριστο χαμόγελό του σκλάβωνε τον καθένα που συναντούσε. Ο λαός και τώρα ακόμα θυμάται και διατηρεί τις καλύτερες αναμνήσεις και του τραγουδά τραγούδι. Ο Λουκά Ιβανόφ θα ζει αιώνια στο μυαλό και την καρδιά των κατοίκων της Έδεσσας.
Ο αδελφός του Στοιάν Ιβανόφ, γνωστός έμπορος, παρατάει το εμπόριο και με όλα τα λεφτά που είχε αποκτήσει αγοράζει όπλα και τα στέλνει από την Βουλγαρία στο εσωτερικό της Μακεδονίας για να εξοπλιστούν οι τσέτες, ενώ λίγο αργότερα μπαίνει και ο ίδιος στον αγώνα, συνεχίζοντας το έργο του νεκρού αδελφού του."

Сониксен, Алберт. „Изповедта на един македонски четник“ (Confessions of a Macedonian Bandit: A Californian in the Balkan Wars) на български, английски и македонска норма (снимки)
Άλμπερτ Σόνιξεν. " Εξομολογήσεις ενός Μακεδόνα μέλους τσέτας" στα Βουλγαρικά, Αγγλικά, γλώσσα Φύρομ (Φωτογραφιές).

Η τσέτα του Λουκά Ιβανόφ




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...