Επιστροφή στην.... Τσερέσνιτσα (Πολυκέρασο), περιοχή Καστοριάς (Μέρος 2ο) - Η παραδοσιακή της φορεσιά  

Posted by Kokice in , , ,



Τσερέσνιτσα (στα Ελληνικά Πολυκέρασο ή Πολυκέρασος στην καθαρεύουσα Πολυκέρασον, ως το 1926 Τσερέσνιτσα) είναι χωριό της Αιγαιακής Μακεδονίας, Ελλάδα του δήμου Καστοριάς της περιοχής Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα την απογραφή του 2001 το χωριό έχει 29 κατοίκους.

Παραδοσιακή Φορεσιά απο την Τσερέσνιτσα

Φορεσιά στην αρχή του 20 ου αιώνα. Το ντύσιμο αλλάζει μετά την εξέγερση του 1903. Οι νέες γυναίκες αρχίζουν να ράβουν φουστάνια με λαμπερά χρώματα (φορέματα με φουσκωτά μανίκια), ενώ οι μεγαλύτερες σε ηλικία διατηρούν τα παλιά έθιμα – μακριά ως τις φτέρνες κουσούλια (πουκαμίσα), άσπρη σαν το γάλα, από πάνω μάλλινη γκιουρντία με κόκκινα γκαιτάνι. Τον χειμώνα πάνω από τη γκουρντία φορούν λασάνιτσα (παλτό μάλλινο, φτιαγμένο στο σπίτι, χωρίς μανίκια) με γκαιτάνι ή ιντιρίι και κουσάλετα (τύπος γιλέκου με μανίκια). Οι πιο εύπορες γυναίκες φορούν ταμπάρε (μακρύ γυναικείο παλτό με δερμάτινη επένδυση). Οι ηλικιωμένες ντύνονται με μακριές μάλλινες τσουράπι (κάλτσες), ενώ οι πιο νέες νύφες με άσπρες, στολισμένες στους αστραγάλους, στην κορυφή και στις φτέρνες με κόκκινες, πράσινες, κίτρινες και μπλε ραφές σαν πλεγμένα κλαδιά, μάλλινες τσουράπι (κάλτσες). Χειμώνα και καλοκαίρι οι γιαγιάδες καλύπτουν το κεφάλι τους με άσπρες ή μαύρες μαντίλες, ενώ οι νέες  με γκιουλτένι με χάντρες (άσπρη λεπτή μαντήλα).

Οι άνδρες φορούν σαλβάρι (παντελόνια) από σπιτίσιο σάεκ (λεπτό μάλλινο ύφασμα), από κάτω – ντίμετνο  υφαντό γκάστι (εσώρουχο). Φορούν μάλλινα πλεκτά, πάνω από αυτά κουσούλι (πουκάμισα) υφασμάτινα, ενώ πάνω από αυτά – ιντιρίι ή γιλέκο.  Κάτω από το γόνατο – προς τα κάτω ως τους αστραγάλους σκεπάζονται με μάλλινα κλάσνι (γκέτες-περικνημίδες). Μάλλινες τσουράπι (κάλτσες) φοριούνται καλοκαίρι και χειμώνα.

Φορεσιά νύφης. Στο κεφάλι της νύφης τοποθετείται σύρμα, πάνω στο οποίο συγκρατούνται τα μαλλιά – από μπροστά γίνονται μπούφαντα (φουντωτά προς τα πάνω), από πίσω σε τούφκα (φούντα-μάτσο). Πάνω από το σύρμα στολίζεται άσπρο στεφάνι σουργκουτσί (είδος στολίσματος, νυφιάτικο φτερό), στο πλάι τα σουργκουτσί είναι πολύχρωμα. Τον λαιμό διακοσμεί γκερντάν (περιδέραιο) από χρυσά νομίσματα και μαργαριτάρια, με σκουλαρίκια στολίζουν τα αυτιά.


Το σώμα της νύφης καλύπτεται με άσπρη υφασμάτινη κουσούλια (πουκαμίσα), πάνω της φοριέται κόκκινη φούστα. Από πάνω φοριέται το νυφιάτικο φουστάν. Αυτό ράβεται από γαλάζια μεταξωτή στόφα (τσόχα, είδος υφάσματος, ύφασμα) στολισμένο με μπλε κλαριά (ταινίες υφασμάτινες). Η ποδιά δουλεύεται από το ίδιο ύφασμα και στολίζεται πλουσιοπάροχα με σιρίτια, δαντέλες και κρόσσια. Η μέση σφίγγεται με άσπρο κολάν (ζώνη). Τα τσοράπι (κάλτσες) είναι από  άσπρο μαλλί, κεντημένα με πολύχρωμα κλαριά στους αστραγάλους, την κορυφή και τις φτέρνες. Στο τέλος η νύφη σκεπάζεται με το μακρύ νυφιάτικο πέπλο, καθώς γιαυτό τον λόγο πάνω από κεφάλι της τοποθετείται ακόμα ένα σύρμα.

Τραγούδι για τον Κούζο Μπλάτσκι

Σο τσούντο στάνα βο σέλο Πρεκοπάνα            Τι θαύμα έγινε στο χωριό Πρεκοπάνα
βο σέλο Πρεκοπάνα, Λέρινσκα κάαζα.            στο χωριό Πρεκοπάνα, του καζά της Φλώρινας.
Κα μι πριπάντναλε Γκράτσκι αντάρι,               Πως μου επιτέθηκαν Έλληνες αντάρτες,
Γκράτσκι έβζονι.                                              Έλληνες Εύζωνες.
Σβίτσκιτε σελιάνι βο στρέντ σέλο                    Όλοι οι χωριανοί στο κέντρο του χωριού
ντα ι ουπίτβε ι ραζπίτβε                                    να τους ρωτάει και να τους ανακρίνει
ντέκα ε Κούζο, Κούζο βοιβόντατα.                 που είναι ο Κούζο, ο Κούζο ο βοεβόδας.
Τία μου κάζαια “Κούζο νε ε τούκα                  Εκείνοι του λέγανε ''ο Κούζο δεν είναι εδώ
Κούζο ε γκόρε, γκόρε να μπαλκάνα”.             ο Κούζο είναι πάνω, πάνω στην μπαλκάνα”.
Ι μι πορούτσαια ντέβετ πογκάτσι                     Και μου παρήγγειλαν εννέα ψωμιά
ντέβετ πογκάτσι ι σέντουμ άγκαντσα,              εννέα ψωμιά και επτά αρνιά,
σέντουμ άγκαντσα ι τρι βέντρα μλέκο.            επτά αρνιά και τρείς κουβάδες γάλα.
Κόλκο σέντναια, γκορκί μι αντάρι                   Πόσο έκατσαν οι καημένοι αντάρτες
μλέκο ντα πίε, πογκάτσι ντα κάρσε,                γάλα να πιεί, το ψωμί να κομματιάσει
πογκάτσι ντα κάρσε, μέσο ντα ιάντε.               ψωμί να κομματιάσει, κρέας να φάει.
Ι μι ιζλέζι Κούζο βοιβόντατα                           Και μου βγήκε ο Κούζο ο βοεβόδας
σο νεγκόβατα τσέτα μπούγκαρσκα,                 με την τσέτα του την Βουλγάρικη,
γκόρε οτ μπαλκάνα, οτ Βίτς πλανίνα.              πάνω απο την μπαλκάνα, το βουνό Βίτσι.
Φάτι ντα πλιούσκα πο τία αντάρι.                     Άρχισε να πυροβολά προς τους αντάρτες.
Γκορκίτε Γκάρτσι σβίτσκο οσταβία,                Καημένοι Έλληνες όλα τα παράτησαν,
σβίτσκο οσταβία ζα Κούζο βοιβόντα               όλα τα άφησαν για τον Κούζο τον βοεβόδα
ζα Κούζο βοιβόντα ι νέγκοβατα τσέτα.            για τον Κούζο βοεβόδα και την τσέτα του.


Το υλικό είναι απο το “ Κείμενα Βουλγαρικών διαλέκτων απο την Αιγαιακή Μακεδονία“, Σόφια 2003, Μπλαγκόι Σκλίφοφ, Εκατερίνα Σκλίφοβα.Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, είναι τμήμα προσωπικού οικογενειακού αρχείου που μας παραχωρήθηκαν για χρήση  απο τους κατόχους τους και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς άδεια.
                                                 

Ο Γκέρμαν Τσίκοφσκι απο την Τσερέσνιτσα (Πολυκέρασο), περιοχή Καστοριάς  

Posted by Kokice in , , ,


Γκέρμαν Τσίκοφσκι (? - 1908)
Ο πάτερ Γκέρμαν Τσίκοφσκι είναι Βούλγαρος ιερέας και επαναστάτης, βοεβόδας της περιοχής Καστοριάς της ΕΜΑΕΟ (Εσωτερική Μακεδόνο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση). Αν και αυτός είναι μόνο ένας κρίκος από ολόκληρο το επαναστατικό ή εκκλησιαστικό δίκτυο, για την γενέτειρά του Τσερέσνιτσα και τον εντόπιο Βουλγαρικό πληθυσμό της, αυτός είναι σύμβολο μεγάλου βεληνεκούς.

Μεγαλώνει στο χωριό του, όμως ως απόγονος του μεγάλου γένους Τσίκοφσκι η μοίρα του είναι προκαθορισμένη, διαφορετική από αυτή των συγχωριανών του. Αυτή του την μοίρα ακολουθεί μέχρι τέλους και δεν την προδίδει και γιαυτό τον λόγο γίνεται θύμα μιας ακόμα Τουρκο-Ελληνικής συμφωνίας. Ακόμα από παιδί στάλθηκε για σπουδές στο Βουλγαρικό Κλασσικό Γυμνάσιο της Μπίτολα (Μοναστήρι), του οποίου οι σπουδαστές αργότερα δουλεύουν για την εθνική υπόθεση σε ολόκληρη την Μακεδονία. Αφού τέλειωσε το σχολείο ο Γκέρμαν Τσίκοφσκι πέρασε αρκετό καιρό στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τα αδέλφια του άνοιξε μαγαζί. 
Αλλά συνειδητοποιώντας ότι προορίζεται για κάτι μεγαλύτερο από έμπορος, ο Γκέρμαν γίνεται ιερέας και υπηρετεί στην γενέτειρά του. Στην παλιά Βουλγαρική εκκλησία, στην οποίαν ο πάτερ Γκέρμαν γίνεται διευθυντής, αυτός ανοίγει Βουλγαρικό σχολείο, στο οποίο έρχονται να σπουδάσουν και παιδιά από τα γύρω χωριά. Οι ελπίδες του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, επιβάλλοντας σχίσμα στην Βουλγαρική Εξαρχία, ότι με εκφοβισμούς θα αναγκάσει τους Βούλγαρους να ειρηνεύσουν και τυφλά να υπακούουν τους διψασμένους για εξουσία και χρήμα Έλληνες Δεσπότες, δεν πραγματοποιούνται. Αντιθέτως ο Γκέρμαν Τσίκοφσκι μπαίνει στην επαναστατική οργάνωση και καθοδηγεί την τσέτα του χωριού τον καιρό της εξέγερσης του Ιλίντεν το 1903. Παρότι είναι πολεμιστής με ράσο, μοιράζεται τον τρόπο ζωής των συγχωριανών του. Μετά την καταστολή της εξέγερσης συλλαμβάνεται από τις Τουρκικές Αρχές και καταδικάζεται σε φυλάκιση.

Οι προσπάθειες του Βουλγαρικού κράτους, να ελαφρύνει τα βάσανα του τοπικού πληθυσμού αυτές τις δύσκολες στιγμές, στέφονται με επιτυχία. Ο Γκέρμαν Τσίκοφσκι, όπως όλοι οι συμμετέχοντες στην εξέγερση, παίρνει αμνηστία από τον Τούρκο Σουλτάνο αρχές του 1904. Πριν καν το καταλάβει ο τοπικός πληθυσμός, αυτός αντιμετωπίζει ακόμα μεγαλύτερους κινδύνους από μαινόμενες Τουρκικές συμμορίες ληστών και δολοφόνων. Στην Μακεδονία άρχισαν να εισέρχονται αντάρτικες ομάδες, αποτελούμενες από πρώην παράνομους και Έλληνες Αξιωματικούς, οι οποίοι μέχρι το 1908 προσπαθούν με την βία να οδηγήσουν όλα τα Βουλγαρικά χωριά κάτω από την σκέπη του Ελληνικού Πατριαρχείου. Στον Γκέρμαν Τσίκοφσκι προτείνεται δουλειά στην Βουλγαρία, για να αποφύγει τις συχνές Ελληνικές επιθέσεις και τις συνεχείς δολοφονίες επιφανών Βουλγάρων, αλλά αυτός αρνείται κατηγορηματικά. Δηλώνει : “Εγώ έγινα ιερέας για να υπηρετώ τους Βούλγαρους στην Μακεδονία....Έδωσα όρκο ενώπιον του Θεού και του Έξαρχου Ιοσίφ να υπηρετώ τον Βουλγαρικό λαό μου στην Μακεδονία”.


Σπίτι της γεννέτηράς του, το χωριό Τσερέσνιτσα
Ούτε οι Έλληνες, ούτε οι Τούρκοι καταφέρνουν να τον δολοφονήσουν, κυρίως επειδή ο τοπικός πληθυσμός τον προστατεύει ανιδιοτελώς. Δυστυχώς το τέλος του έρχεται αμέσως μετά την ανακήρυξη της Επανάστασης των Νεότουρκων, όταν αποκαθίσταται το σύνταγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και παρέχονται δικαιώματα και προστατεύονται όλες οι μειονότητες στην Αυτοκρατορία. Ο θάνατος βρίσκει τον Γκέρμαν Τσίκοφσκι στο νοσοκομείο της Καστοριάς, όπου αντί να του δοθεί θεραπευτικό φάρμακο του δίνεται δηλητήριο από Έλληνα φαρμακοποιό εν γνώσει των Τουρκικών Αρχών. Ετάφει αμέσως μετά με την συνοδεία όλων των κατοίκων του χωριού, ενώ σύμφωνα με τα έθιμα αυτής της περιοχής οκτώ χρόνια μετά γίνεται εκταφή του και ενταφιασμός σε άλλη θέση, όπου οι νέες Ελληνικές Αρχές στην προσπάθειά τους να σβήσουν τις αναμνήσεις για κείνον αλλάζουν το όνομα του στην ταφόπλακα σε Γερμανός Τσίκος...Δυστυχώς γι αυτούς, ακόμα και 100 χρόνια αργότερα, ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την γενέτειρά του, κάτοικοι από την Τσερέσνιτσα διατηρούν στην μνήμη τους τον ιερέα Γκέρμαν Τσίκοφσκι.

Λίγο μετά τον τραγικό του θάνατο οι περισσότεροι από τους απογόνους του μεταναστεύουν στον Νέο Κόσμο. Η κόρη του Σοφία Γκλάφτσεβα έχει πέντε κόρες – η Τίνκα και η Στέφανκα γεννημένες στην Τσερέσνιτσα, ενώ στην Αμερική γεννήθηκαν η Μαρίικα, η Λένκα και η Αλεξάντρα. Η Σοφία είναι επίτροπος στο γυναικείο τμήμα της ΜΠΟ “Μπορίς Σαράφοφ”. Ο γιός του Μπλαγκόι Γκερμάνοφ εγκαθίσταται στην Αμερική το 1916, παντρεμένος με την Χριστίνα Γκερμάνοβα από το χωριό Νέρεντ (Πολυπόταμο), περιοχή Φλώρινας. Έχουν δύο παιδιά – την Μποζάνα και τον Αργκίρ. Η οικογένεια είναι επίσης μέλος της ΜΠΟ “Μπορίς Σαράφοφ”.  

Завръщане в... Черешница (Поликерасо), Костурско (част 2) - Народната носия от Черешница  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , ,

Черешница (на гръцки: Πολυκέρασο, Поликерасо или Πολυκέρασος, Поликерасос, катаревуса: Πολυκέρασον, Поликерасон, до 1926 Τσερέσνιτσα, Цересница) е село в Егейска Македония, Гърция, в дем Костур (Кастория) на област Западна Македония. Според преброяването от 2001 година селото има 29 жители.

Народна носия от Черешница

Облекло в началото на ХХ век. Облеклото се променя след въстанието от 1903 г. Младите жени започват да си шият фустани с ярки (рокли с буфан ръкав), докато по-възрастните съхраняват старовремските обичаи – дълга до петите кошуля, бяла като мляко, отгоре вълнена гюрдия с червени гайтани. През зимата над гюрдията обличат ласаница (домашно вълнено палто без ръкави) с гайтани,или  интерии и кусалета (вид елек с ръкави). По заможните жени носят табаре (дълго женско палто, подплатено с кожа). Възрастните се обуват с дълги черни вълнени чорапи, а младите невести с бели, украсени на глезените, на върха и на петите с червени, зелени, жълти и сини бримки като плетени вейки вълнени чорапи. Зиме и лете бабите покриват главите си с бели или черни кърпи, а младите с гюлтени с мъниста (бяла тънка забрадка).

Мъжете носят шалвари от домашен шаек, под тях - диметно тъкани гащи. Обличат вълнени фланели, над тях кошули от платно, а отгоре-интерии или елек. Под колената -надолу до глезените се покриват с вълнени клашни (навуща). Вълнените чорапи се носят лято и зима.
Невестинско облекло. На главата на весестата се поставя тел, върху която се подрежда косата - отпред се прави буфанта(бухнала нагоре), отзад на туфка (китка). Над телта се закичва бял венец сургучи (вид украшение, булчинско перо), отстрани сургучитете са пъстроцветни.  Шията се украсява с гердан от златни пари и бисери, ушите се кичат с обеци.

Тялото си, невестата покрива с бяла, платнена кошуля, над нея слага червена фуста. Отгоре облича невестенския фустан. Той се шие от светлосиня копринена щофа (чоха,вид плат, сукно) украсена със сини вейки. Престилката се изработва от същия плат и богато се накичва с ширити, дантели и ресни. Кръстът се пристяга с бял колан. Чорапите са от бяла вълна, извезани с шарени вейки на глезените, върха и петите. Най-накрая невестата се покрива с дългото невестинско було, като за тази цел над главата и се поставя още една тел.

Песен за Кузо Блацки

Шо чудо стана во село Прекопана,
во село Прекопана, Леринска кааза.
Ка ми припаднале гръцки андари, гръцки евзони.
Свичките селяни во стред село
да и упитве и разпитве
дека е Кузо, Кузо войводата.
Тия му казая „Кузо не е тука,
Кузо е горе, горе на балкана.”
И ми поръчая девет погачи,
Девет погачи и седум агънца,
седум агънца и три ведра млеко.
Колко седная, горки ми андари
млеко да пие, погачи да кърше,
погачи да кърше, месо да яде.
И ми излези Кузо войводата
со неговата чета бугарска,
горе от балкана, от Вич планина.
Фати да плюска по тия андари.
Горките гърци свичко оставия,
свичко оставия за Кузо войвода,
за Кузо войвода и неговата чета.

По материали от „Български диалектни текстове от Егейска Македония, София 2003, Благой Шклифов, Екатерина Шклифова. Илюстриращите снимки са част от личен семеен архив и са ни предоставени за настоящата статия от притежателите им. Да не се ползват без тяхно изрично разрешение!

Επιστροφή στην......Τσερέσνιτσα (Πολυκέρασο), περιοχή Καστοριάς  

Posted by Kokice in , , ,


Θέα του χωριού με την εκκλησία "Άγ. Νικόλαος"
Φωτογραφίες από προσωπικό οικογενειακό αρχείο
Τσερέσνιτσα (στα Ελληνικά Πολυκέρασο ή Πολυκέρασος στην καθαρεύουσα Πολυκέρασον, ως το 1926 Τσερέσνιτσα) είναι χωριό της Αιγαιακής Μακεδονίας, Ελλάδα του δήμου Καστοριάς της περιοχής Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα την απογραφή του 2001 το χωριό έχει 29 κατοίκους.


Γεωγραφία

Το χωριό βρίσκεται σε απόσταση 15 χμ από την πόλη της Καστοριάς στις δυτικές διακλαδώσεις του όρους Βίτς (Βιτσίου). Επίσης σε απόσταση 5 χμ δυτικά του χωριού Τιχόλιστα (Τοιχίο), στα 4 χμ βόρεια του χωριού Μπούλγκαρσκα Μπλάτσα (Οξυά) όπως και 4 χμ νότια του χωριού Όλιστα (Μελισσότοπος) και από το μοναστήρι του χωριού “ Άγιοι Ανάργυροι”.


Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Σύμφωνα με τοπική παράδοση, οι κάτοικοί του μετακινήθηκαν εκεί από το διπλανό χωριό με χαμηλότερο υψόμετρο Φοτίνιστα (Φωτεινή),το οποίο εγκατέλειψαν λόγω των Τουρκικών θηριωδιών. Στα οθωμανικά φορολογικά μητρώα από τα μέσα του 15 αιώνα η Τσερέσνιτσα αναφέρεται με 16 οικογένειες των Ντούσκο, Σίμκο, Ράικο, Στάικο, Ράιο, Ντόμπρι, Σίμκο, Στέφαν, Ιάνκο, Κίρκ, Ιοβάν, Νικόλας, Αλέξα, Ράιο, Ιάνο και Λάντσο και μια χήρα η Τοντόρα. Τα συνολικά έσοδα για την Αυτοκρατορία από το χωριό είναι 1066 άσπρα.
Γύρω στο 1840 χτίστηκε η Βουλγαρική εκκλησία “Άγιος Νικόλαος” την οποία το 1898 διευθύνει ο ποπ Γκέρμαν από το ίδιο το χωριό.

Κατά τον 19ο αιώνα η Τσερέσνιτσα είναι Βουλγαρικό χωριό του καζά της Καστοριάς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο “Εθνογραφία των βιλαετίων Ανδριανούπολης, Μοναστηρίου και Σαλονίκης” που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1878 αντικατοπρίζοντας στατιστικές από το 1873 σε σχέση με τον ανδρικό πληθυσμό η Τσερέσνιτσα αναφέρεται ως χωριό του καζά της Καστοριάς με 160 οικογένειες και 550 κατοίκους Βούλγαρους. Μεταξύ 1896-1900 το χωριό περνά υπό την σκέπη της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Σύμφωνα με την στατιστική του Βασίλ Κάντσοφ (“Μακεδονία, Εθνογραφία και Στατιστική”) το 1900 η Τσερέσνιτσα έχει 520 κατοίκους Βούλγαρους Χριστιανούς. 

Μερικά απο τα σπίτια που διασώθηκαν μετά την μεγάλη πυρκαγιά

Το 1900 όλοι οι κάτοικοι της Τσερέσνιτσα περνούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Σύμφωνα με στοιχεία του γραμματέα της Εξαρχίας Ντιμίταρ Μίσεβ (“Η Μακεδονία και ο Χριστιανικός πληθυσμός”) το 1905 η Τσερέσνιτσα έχει 640 Βούλγαρους Εξαρχικούς και λειτουργεί Βουλγαρικό σχολείο.

Κάτοικοι της Τσερέσνιτσα συμμετέχουν στην εξέγερση του Ιλίντεν με δική τους τσέτα και αρχηγό τον Γκέρμαν Τσίκοφσκι. Σύμφωνα με στοιχεία των ηγετών της εξέγερσης στην περιοχή Καστοριάς, συμπεριλαμβανομένων των Βασίλ Τσεκαλάροφ, Λάζαρ Ποπτράικοφ, Πάντο Κλιάσεφ, Μανόλ Ρόζοφ και Μιχαίλ Ρόζοφ που έστειλαν σε όλα τα ξένα Προξενεία στην Μπίτολα (Μοναστήρι), στις 30 Αυγούστου 1903 στην Τσερέσνιτσα κάηκαν 80 σπίτια και νεκροί είναι οι Νταμιάν Σούποφ (50 ετών), Πέταρ Πόποφ (53), Νταμιάν Μπόζκοφ (59), Χρίστο Μπόζκοφ (35), Σίντο Πόπιαρμοφ (60), Φίλο Ρόζοφ (63), Ντίνε Γκλάβτσεφ (81), Μίτρε Μπαμπτσορλίατα (73), Σία Μπαμπτσόρεβα (50) και Ρίσα Φιάνοβα (28). Σύμφωνα με άλλες πηγές τα καμένα σπίτια είναι 69 ενώ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού σώθηκε καταφέρνοντας να ξεφύγει. Ντόπιοι κάτοικοι θυμούνται οτι τα μοναδικά σπίτια, τα οποία παρότι κάηκαν δεν κατέρρευσαν, είναι αυτά των Ντζόνοφ, Μάνγκοφ, Λιαλάκιν και Σκλίφοφ. Δεν κάηκαν η εκκλησία και το σχολείο. Πολλές γυναίκες που έπεσαν στα χέρια των Τούρκων βιάστηκαν και τις ανάγκασαν να χορεύουν γυμνές κοντά στο χωριό. Μετά την εξέγερση 150 άτομα μετανάστευσαν στην Βουλγαρία. 

Ελληνική στατιστική του 1905 παρουσιάζει το χωριό μικτό Βούλγαρο – Ελληνικό με 400 κατοίκους Βούλγαρους και 200 Έλληνες. Σύμφωνα με τον Γκεόργκι Κονσταντίνοφ Μπίστριτσκι η Τσερέσνιτσα πριν τον Βαλκανικό Πόλεμο έχει 120 Βουλγαρικά σπίτια.

Ερείπια απο την μάντρα του Σάμοφ

Το χωριό παραμένει Εξαρχικό ως την κατάληψή του από Ελληνικά τμήματα στην διάρκεια του Βαλκανικού Πολέμου. Με την ανάφλεξη του Βαλκανικού Πολέμου το 1912, 2 άτομα από την Τσερέσνιτσα είναι εθελοντές στον Μακεδονο-Ανδριανουπολίτικο εθελοντικό στρατό. Αυτοί είναι οι Αριστίντ Νταμιάνοφ (1873 - ?) Βούλγαρος παιδαγωγός και Κούζμαν Βασίλεφ Τράπτσεφ (1873 -1913) εθελοντής του Μακεδονο-Ανδριανουπολίτικου εθελοντικού στρατού, άοπλου τμήματος του ογδόου τάγματος Καστοριάς, σκοτώθηκε στις 9 Μαρτίου 1913. Ο πιο αξιόλογος κάτοικος της Τσερέσνιτσα είναι ο ποπ Γκέρμαν Τσίκοφσκι, ο οποίος διευθύνει τα εκκλησιαστικά, εκπαιδευτικά και επαναστατικά θέματα στο χωριό. Στην διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Κονσταντίν Σούλεφ (? - 1947) ηγείται τσέτας της Οχράνα, ενώ κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο ηγείται παρτιζάνικου αποσπάσματος του ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας). Από την Τσερέσνιτσα κατάγεται ο Βούλγαρος γλωσσολόγος και μελετητής διαλέκτων Μπλαγκόι Σκλίφοφ (1935 – 2003), συγγραφέας ενός από τα πιο σημαντικά έργα σχετικά με τις νοτιοδυτικές Βουλγαρικές διαλέκτους. Το χωριό είναι ο τόπος θανάτου εξεχόντων Βουλγάρων επαναστατών όπως οι Κούζο Ποπντίνοφ (1875 – 1907) και Κούζο Ρόζοφ (? - 1903) που χάθηκαν μαχόμενοι ενάντια σε Τούρκικα στρατεύματα και Έλληνες αντάρτες.


Στην Ελλάδα

Το χωριό παραμένει στην Ελλάδα μετά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο. Το 1926 μετονομάζεται σε Πολυκέρασον (μέρος με πολύ κεράσι). Μεταξύ 1914 και 1919 29 άτομα από την Τσερέσνιτσα καταθέτουν επίσημα έγγραφα για μετανάστευση στην Βουλγαρία, ενώ μετά το 1919 1 άτομο. Στο χωριό έγιναν 20 πολιτικές δολοφονίες. Το 1932 καταγράφηκαν 70 Βουλγαρόφωνες οικογένειες όλες με “ δηλωμένη σλαβική συνείδηση”.

Μετά την καταστροφή της Ελλάδας απο την ναζιστική Γερμανία τον Απρίλιο του 1941 στο χωριό εγκαθίσταται Βουλγαρική δημοτική Αρχή. Στο δημοτικό συμβούλιο μπαίνουν οι Αργκίρ Ιβανόφ, Γκλιγκόρ Ζόνοφ, Γκεόργκι Ζέκοφ, Κίριλ Ζέκοφ, Ιβάν Νεντιάλκοφ, Νικόλα Μιλόσεφ, Βασίλ Πλιάτοφ, Γκεόργκι Ζόνοφ, Βανγκέλ Χρίστοφσκι, Κονσταντίν Σούλεφ. Στην Τσερέσνιτσα σχηματίζεται δομή της Κεντρικής Βούλγαρο-Μακεδονικής Επαναστατικής Επιτροπής.

Στις 21 Αυγούστου 1944 το χωριό δέχθηκε επίθεση από Έλληνες παρτιζάνους οι οποίοι σκότωσαν 9 άτομα. Τα δύο αδέλφια Νεντέλκοβι συλλαμβάνονται στο χωριό και εκτελούνται κοντά στο χωριό Ποζντίβιτσα (Χάλαρα) καθώς νωρίτερα ο Πάντο Νεντέλκοφ ακρωτηριάστηκε βάναυσα. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μετά που ήρθαν αντιμέτωποι με το πολυβόλο, αγκαλιασμένοι φώναξαν “Ντα ζιβέε Μπαλγκάρια, Μπαλγκάρια κε Ντόιντε – Να ζήσει η Βουλγαρία, η Βουλγαρία θα ρθεί !”. Στην συνέχεια ο Επίτροπος του Μακεδονικού τάγματος Φλώρινας - Καστοριάς του ΕΛΑΣ Ιλία Ντίμοφσκι τους πυροβολεί στο κεφάλι, για να είναι σίγουρος οτι είναι νεκροί. 

Χορός στο κέντρο του χωριού

Το 1945 στην Τσερέσνιτσα έχει 550 Βουλγαρόφωνους, όλοι με “ όχι Ελληνική Εθνική συνείδηση”. Κατά την διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου το χωριό επίσης έχει απώλειες – το μεγαλύτερο τμήμα ανδρών και γυναικών άνω των 16 ετών επιστρατεύονται με την βία από τους παρτιζάνους, ενώ 63 παιδιά του χωριού μεταφέρονται εκτός της χώρας από Κομμουνιστικά τμήματα, ως παιδιά πρόσφυγες. Σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού έφυγε από το χωριό.


Μετανάστευση στην Βόρεια Αμερική

Στις αρχές του 20ου αιώνα ξεκίνησε η διαδικασία της μετανάστευσης κατοίκων της Τσερέσνιτσα στην Βόρεια Αμερική. Κατά το 1912 ιδρύουν φιλανθρωπική αδελφότητα των από την Τσερέσνιτσα κατοίκων με το όνομα “ Άγιος Γεώργιος”, στο Φορθ Ουέιν,Ιντιάνα. Το 1921 μετανάστες από την Τσερέσνιτσα συμμετέχουν στην ίδρυση της αδελφότητας “Κόστουρ – Καστοριά” στο Φορθ Ουέιν, η οποία αδελφότητα είναι ο οικοδεσπότης της συγκέντρωσης για την δημιουργία της Μακεδονικής Πατριωτικής Οργάνωσης κατά τον Οκτώβριο του 1922. Στην δεκαετία του 20 του 20ου αιώνα η φιλανθρωπική αδελφότητα των κατοίκων από την Τσερέσνιτσα πληρώνει τα έξοδα του χωριού, στην μακρόχρονη δικαστική διαμάχη με το διπλανό χωριό Μπούλγκαρσκα Μπλάτσα (Οξυά), που αφορά την κατοχή βοσκοτόπων και δασών. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αυξάνεται η μαζική μετανάστευση σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά.


Αυτή η δημοσίευση βασίζεται στο ομώνυμο άρθρο της Βουλγαρικής Βικιπαιδείας. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, είναι τμήμα προσωπικού οικογενειακού αρχείου που μας παραχωρήθηκαν για χρήση απο τους κατόχους τους και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς άδεια.

Герман Чиковски от Черешница  

Posted by IllustrationBeloMore in , ,

Герман Чиковски (? - 1908)
Отец Герман Чико̀вски е български духовник и революционер, костурски войвода на Вътрешната македоно-одринска революционна организация.Но ако той е само една брънка от цялата революционна или църковна мрежа, то за родното си село Черешница и тамошното българско население той е символ от голяма величина. . 

Израства в селото си, но като наследник на големия Чиковски род му е предопределена съдба, различна от тази на своите съселяни. Нея той следва до сетния си край и не я предава, заради което става жертва на поредния турско-гръцки заговор. Още като дете е изпратен да учи в Българската класическа гимназия в град Битоля, чиито възпитаници по-късно служат на народното дело из цяла Македоният. След свършването на училището Герман Чиковски прекарва време в Цариград, където заедно с братята си отваря магазин.

Но съзнавайки, че е предопределен за нещо повече от търговец, Герман приема свещенически сан и служи в родното си село. В старата българска църква, на която отец Герман става уредни, той отваря българско училище, посещавано и от децата от съседните села. Надеждите на Цариградската Патриаршия при налагането на схизма над Българската Екзархия, че със заплахи ще принудят българите да мируват и сляпо да се подчиняват на жадните за власт и злато гръцки владици, не се осъщесвяват. Дори напротив, Герман Чиковски се включва в революционната организация и предвожда селската чета по време на Илинденското въстание от 1903 година. И въпреки, че е войн в расо, споделя битието на своите съселяни. След потушаването на въстанието е пленен от турските власти и е осъден на затвор.

Опитите на българската държава да облекчи мъките в този момент на местното население се увенчават с успех. Герман Чиковски, както и всички участници във въстанието са амнистирани от турския султан в началото на 1904 гоидна. Без още да съзнава местното население се изправя пред още по-голяма опасност от върлуващите турски банди от крадци и убийци. В Македония започват да прииждат андартски чети, съставени от бивши харамии и гръцки офицери, които до 1908 година опитват под натиск да вкарат всички български села в лоното на Гръцката Патриаршия. На Герман Чиковски е предложена работа в България, за да избегне честите гръцки нападения  и постоянните убийства на видни българи, но той я отказва по категоричен начин. Заявява: "Аз станах свещеник да служа на българите во Македония... Дадох клетва пред Бога и екзарха Йосиф да служа на моя български народ во Македония."

Къща от родното му село Черешница

Нито гърците, нито турците успяват да го убият, преди всичко защото цялото местно население го подкрепя безкористно. За жалост, неговия трагичен край идва тъкмо след обявяването на Младотурската революция, когато се въстановява Конституцията в Османската империя и се дават права и протекция на всички малцинства в империята. Смъртта застига Герман Чиковски в болница в град Костур, където вместо да му бъде дадено животоспасяващо лекарство е отровен от гръцки аптекари със знанието на турските власти.Погребан е скоро след това от населението на цялото село, а както повелява обичаят в този край след 8 години е препогребан на ново място, а новите гръцки власти в опит да изтрият спомена за него променят името му на надгробната плоча на Германос Цикос.. за тяхна жалост, дори 100 години по-късно, дори на хиляди километри от родното място, Черешанци пазят спомена за свещеник Герман Чиковски.

Скоро след трагичната му смърт повечето от наследниците му емигрират в Новия свят. Неговата дъщеря София Главчева има пет дъщери - Тинка и Стефанка, родени в Черешница, а в Америка са родени Марийка, Ленка и Александра. София  е настоятел на женската секция при МПО "Борис Сарафов". Синът му Благой Германов се установява в Америка през 1916 г., женен за Христина Германова от с.Неред, Леринско. Имат две деца - Божана и Аргир. Семейството също членува в МПО "Борис Сарафов". 

Завръщане в... Черешница, Костурско (част 1)  

Posted by IllustrationBeloMore in , ,

Изглед от селото с църквата "Св. Николай",
 снимките са част от личен семеен архив
Черешница (на гръцки: Πολυκέρασο, Поликерасо или Πολυκέρασος, Поликерасос, катаревуса: Πολυκέρασον, Поликерасон, до 1926 Τσερέσνιτσα, Цересница) е село в Егейска Македония, Гърция, в дем Костур (Кастория) на област Западна Македония. Според преброяването от 2001 година селото има 29 жители.

География

Селото отстои на 15 километра североизточно от демовия център Костур в южните разклонения на планината Вич (Вици). На 5 километра на запад е село Тихолища (Тихио), на 4 на север - Българска Блаца (Оксия), а на 4 на юг - Олища (Мелисотопос) и Олищкият манастир „Свети Врач“.

В Османската империя

Според местни предания, жителите му са се преселили от съседното равнинно село Фотинища, което напуснали поради турските зверства. В османските данъчни регистри от средата на 15 век Черешница е споменато с 16 семейства на Душко, Симко, Райко, Стайко, Райо, Добри, Симко, Стефан, Янко, Кирк, йован, Николас, Алекса, Райо, Яно и Ланчо, и една вдовица Тодора. Общият приход за империята от селото е 1 066 акчета.

Около 1840 година е построена българската църква „Св. Николай“, на която през 1898 година уредник е поп Герман от същото село.

В 19 век Черешница е българско село в Костурска каза на Османската империя. В „Етнография на вилаетите Адрианопол, Монастир и Салоника“, издадена в Константинопол в 1878 година и отразяваща статистиката на мъжкото население от 1873 година Черешница (Tzérechnitza) е посочено като селов Костурска каза със 160 домакинства и 550 жители българи. Между 1896-1900 година селото преминава под върховенството на Българската екзархия. Според статистиката на Васил Кънчов („Македония. Етнография и статистика“) в 1900 Черешница има 520 жители българи християни.

Част от оцелелите къщи след големия пожар
В 1900 година всички жители на Черешница минават под върховенството на Българската екзархия. По данни на секретаря на Екзархията Димитър Мишев („La Macédoine et sa Population Chrétienne“) в 1905 година в Черешница има 640 българи екзархисти и функционира българско училище.

Черешничани участват в Илинденско-Преображенското въстание със своя чета, ръководена от Герман Чиковски. Според сведение на ръководителите на въстанието в Костурско, включващо Васил Чекаларов, Лазар Поптрайков, Пандо Кляшев, Манол Розов и Михаил Розов, изпратено до всички чуждестранни консулства в Битоля, на 30 август 1903 година в Черешница са изгорени всички 80 къщи и са убити Дамян Сулов (50 год.), Петър Попов (53, Дамян Божков (59), Христо Божков (35), Сидо Попярмов (60), Фило Розов (63), Дине Главчев (81), Митре Бабчорлията (73), Сия Бабчорева (50) и Риса Фянова (28). Според друг източник изгорелите къщи са 69, а голямата част от населението се спасява с бягство Местни жители си спомнят, че единствените къщи, които макар и опожарени не са рухнали са Дзоновата, Манговата, Лялькината и Шклифовата. Не са опожарени и църквата и училището Много заловени от турците жени са изнасилени и принудени голи да играят хоро край селото. След въстанието 150 души се изселват в България.

Гръцка статистика от 1905 година представя селото като смесено българо-гръцко с 400 жители българи и 200 гърци. Според Георги Константинов Бистрицки Черешница преди Балканската война има 120 български къщи.

Останки от Шамова кошара
Селото остава екзархийско до окупирането му от гръцки части по време на Балканската война. При избухването на Балканската война в 1912 година двама души от Черешница са доброволци в Македоно-одринското опълчение. Това са Аристид Дамянов (1873 - ?), български просветен деец и Кузман Василев Тръпчев (1873 - 1913), опълченец от Македоно-одринското опълчение, нестроева рота на Осма костурска дружина, убит на 9 март 1913 година. Най-заслужил черешанец е поп Герман Чиковски, който ръководи църковните, образователните и революционните дела на селото. По-време на Втората световна война Костадин Сулев (? - 1947) води чета на Охрана, а през време на Гръцката гражданска война води партизански отряд от ДАГ. От Черешница е родом и българския езиковед и диалектолог Благой Шклифов (1935 - 2003), автор на едни от най-значимите трудове за Югозападните български диалекти. Селото става лобно място на изтъкнати български революционери като Кузо Попдинов (1875 - 1907), и Кузо Розов (? - 1903), загинали в борба с турски аскери и гръцки андарти.

В Гърция

Селото остава в Гърция след Междусъюзническата война. През 1926 година е прекръстено на Поликерасон, в превод много черешово. Между 1914 и 1919 година 29 души от Черешница подават официално документи за емиграция в България, а след 1919 година - 1. В селото има 20 политически убийства. В 1932 година са регистрирани 70 българофонски семейства, всички с „изявено славянско съзнание“.

След разгрома на Гърция от Нацистка Германия през април 1941 година в селото е установена българска общинска власт. В общинския съвет влизат Аргир Иванов, Глигор Зонов, Георги Зеков, Кирил Зеков, Иван Недялков, Никола Милошев, Васил Плятов, Георги Зонов, Вангел Христовски, Костадин Сулев. В Черешница е образувана структура на Централния българо-македонски революционен комитет.

На 21 август 1944 година селото е нападнато от гръцки партизани, които убиват 9 души. Двамата братя Неделкови са арестувани в селото и разстреляни край Поздивища, като преди това Пандо Неделков е зверски осакатен. Според сведения на очевидци, след като са изправени пред картечница, прегърнати те извикват „Да живее България, България ке дойде!“. След това комисарят на Леринско-костурския македонски батальон на ЕЛАС Илия Димовски стреля в главите им, за да е сигурен, че са убити.

На хоро в центъра на селото
В 1945 г. в Черешница има 550 българофони, всички с „негръцко национално съзнание“. По време на Гръцката гражданска война селото също понася загуби - по-голямата част мъжете и жените над 16 годишна възраст насилствено са мобилизирани от партизаните, а 63 деца от селото са изведени от комунистическите части извън страната като деца бежанци. Почти цялото население напуска селото.

Емиграция в Северна Америка

В началото на ХХ век е поставено начало на процеса на изселване на черешничани в Северна Америка. През 1912 година жители на селото основават Черешнишко благотворително дружество „Свети Георги“ във Форт Уейн, Индиана. През 1921 година преселниците от Черешница участват в основаването на братството „Костур“ във Форт Уейн, което е домакин при учредяването на Македонската патриотична организация през октомври 1922 година. През 20-те години на ХХ век Черешничкото благотворително дружество плаща разноските на селото в дългогодишния съдебен спор със съседното Българско Блаца за притежанието на пасища и гори.След Втората световна война масовата емиграция отвъд океана в Австралия, САЩ и Канада се засилва.

Тази публикация се основава на едноименната статия в българоезичната Уикипедия. Илюстриращите снимки са част от личен семеен архив и са ни предоставени за настоящата статия от притежателите им. Да не се ползват без тяхно изрично разрешение!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...