Επιστροφή στην... Γκουμέντζε (Γουμένισσα), Μέρος Δεύτερο  

Posted by Kokice in , ,


Η πόλη Γκουμέντζε

Η Γκουμέντζε (Γουμένισσα) βρίσκεται σε μια ευρύχωρη και όμορφη κοιλάδα που ονομάζεται Μποχέμια και την αγκαλιάζουν οι δύο κορυφές Πόγκλεντ και Γκαντάτς του όρους Πάικου με τις πλαγιές τους. Την κοιλάδα αυτή διασχίζουν τα πολλά νερά του ποταμού Μποχέμιτσα με τους παραποτάμους : Τσέρνα και Κρίβα ποταμούς, καθώς και ανεξάρτητα ποτάμια : της Γκουμέντζας (μαλέτσκατα - μικρό), Τσικαρτσίιτσα, Λεσκα, Ίζβορσκα και άλλα. Σ αυτήν υπάρχουν 20 καθαρά Βουλγαρικά χωριά, 2 Κουτσοβλάχικα και ένα μικτό Τούρκο-Βουλγαρικό και ένα καθαρά Τουρκικό. Κέντρο της είναι η πόλη Γκουμέντζε που βρίσκεται μέσα στο πράσινο και αριθμούσε ως τον Βαλκανικό Πόλεμο 5000 Βούλγαρους κατοίκους. Ο κάτοικοι μαζί μ αυτούς των γύρω χωριών μέχρι τα τέλη του 18 ου αιώνα διατηρούσαν προνόμια και απαγορεύονταν να εγκαθίστανται Τούρκοι εκεί, ως μετόχια των Μονών Ζωγράφου, Ιβήρων και Σινά και κάθε μοναστήρι είχε απεσταλμένους που διαχειρίζονταν την περιουσία του. Σύμφωνα με μια παράδοση μετόχι είχε και η Μονή Ρίλας στην περιοχή “Γκράντιστετο” πάνω από τη πόλη. Στο μετόχι αυτό τα τρία γειτονικά σ αυτό χωριά, μετά την εξέγερση του Ιλίντεν, έχτισαν μικρό μοναστήρι. Λόγω αυτής της ανεξαρτησίας οι κάτοικοι ξεχώριζαν για μαχητικό τους πνεύμα και είναι από τα πρώτα χωριά που εναντιώθηκαν στο Ελληνικό Πατριαρχείο και αγωνίστηκαν για δικιά τους εκκλησία και σχολείο. Κατά την Αναγέννησή μας η πόλη ήταν το πνευματικό κέντρο όλης της επαρχίας Βοδενών, με μόνη αντίπαλο, την πόλη της Έδεσσας. Ακόμα από την δεκαετία του 80 του περασμένου αιώνα το βασικό σχολείο γίνεται Τάξεων και αναπτύσσεται σε προγυμνάσιο, κάτι που δεν υπάρχει στα Γιαννιτσά, όπου άνοιξε πολύ αργότερα. Αυτό έδωσε πολλούς μαθητές και μερικοί από αυτούς μπορούσαν να έχουν ανώτατη εκπαίδευση στην Βουλγαρία και στην Ευρώπη.


Ανάμεσα στο διδακτικό προσωπικό είναι και ο γιος του ιερέα Ιβάν Μπαταντζίεφ – Χρίστο Μπαταντζίεφ, Βούλγαρος επαναστάτης και ένας από τους ιδρυτές της επαναστατικής επιτροπής Θεσσαλονίκης, που αργότερα εξορίστηκε και θανατώθηκε βάναυσα από τις Ελληνικές αρχές. Εξίσου σημαντική είναι και η παρουσία του βοεβόδα Αργκίρ Μανασίεφ.

Το μαχητικό τους πνεύμα ήταν γνωστό στις Τουρκικές αρχές και γιαυτό στέλνανε στρατιωτικά τμήματα και με την παρουσία τους εκεί να έχουν υπό τον έλεγχο τον πληθυσμό. Οι πιο ενεργοί και με μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο κρατούνταν φυλακισμένοι ή υπό έλεγχο σε κρατική βιοτεχνία για μάλλινο ύφασμα. Ο Έλληνας Δεσπότης Βοδενών χρησιμοποιούσε θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να μην χάσει την επίδρασή του στην πόλη και στα περίχωρα, συκοφαντώντας τους πιο επιφανείς κατοίκους ως επαναστάτες, ενώπιον των Τουρκικών αρχών. Αυτοί υπέμεναν στωικά τις τιμωρίες – ξυλοδαρμούς, πρόστιμα και φυλακίσεις μηνών ή χρόνων στην πόλη ή στην Θεσσαλονίκη. Ως την εξέγερση του Ιλίντεν έμειναν γύρω στις 50 Ελληνικές οικογένειες που στηρίζονταν από Ελληνικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης.


Αρχή στην επαναστατική δράση έκανε ο Αλεξάνταρ Τσακάροφ το 1896, επικεφαλής δάσκαλος στο σχολείο τάξεων, ενώ κατά την εξέγερση πολλοί κάτοικοι ενσωματώθηκαν στις τσέτες των Αποστόλ Πετκόφ, Ιβάντσο Καρασούλιατα και Κράστιο Ασένοφ, συμμετέχοντας στην επίθεση εναντίον της πόλης και στην καταστροφή της Τουρκικής φρουράς που βρέθηκε εδώ. Με το τέλος της εξέγερσης άρχισε η δράση των Ελλήνων ανταρτών και με την βοήθεια ή την ανοχή των Τούρκων τρομοκρατούσαν τους εντόπιους κατοίκους. Εδώ ήρθε απεσταλμένος ως καθοδηγητής των ανταρτών ο Γιάννης Πίτσουλας, ο οποίος έπεσε στα χέρια της τσέτας του Αποστόλ Πετκόφ και κρεμάστηκε σε ένα πλατάνι κοντά στην Γουμένισσα και για τον οποίον τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι :

Γκράτσκι αντάρτι γκόρντο σε φάλιατ,
τσε στε ιζτρέμπιατ μπούλγκαρσκο πλέμε.
Νο στόμ τε πάντνατ β Μπάλγκαρσκι ράτσε,
τόγκαζ ιζπίτβατ ιουνάσκο σαρνττσέ.
Τάμ ντο Γκουμέντζε, κράι Τσικαρτσίιτσα
να νταρβό ιάβορ γκράκ ε ομπέσεν,
ζα ντα ραζμπεράτ γκάρτσι ι τούρτσι,
τσε β νάστα ζέμια νε στέμ γκι, νε στέμ.


Το αυθεντικό τραγούδι για τον Γιάννη Πίτσουλα, ηχογραφημένο το 1925 απο πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Ασένοβγκραντ, Βουλγαρία
Τον Σεπτέμβριο του 1905 η Τουρκική αστυνομία με έστειλε (περιγράφει ο Χρίστο Σάλντεφ) από την Κωνσταντινούπολη στην γενέτειρά μου. Δεν μου επέτρεπε να διδάξω αν και είχα διοριστεί στον γυμνάσιο αρρένων στην Αδριανούπολη. Ο καιμακάμης των Γιαννιτσών αρνήθηκε να μου δώσει διαβατήριο για τη Αδριανούπολη και τον ελεύθερο χρόνο μου γυρνούσα στα καφενεία όπου σε μερικά υπήρχαν ύποπτοι που έκαμναν πάντα παρέα με χωροφύλακες. Ήταν αντάρτες που μόλις έβλεπαν κάποιον επιφανή ή κάποιον γιο του ανήλικο τον ακολουθούσαν και του επιτίθονταν να τον σκοτώσουν, μόλις έβγαινε έξω από την πόλη. Οι Βούλγαροι είχαν αρκετά θύματα και ο φόβος των κατοίκων ήταν μεγάλος. Με την προστασία των αρχών οι αντάρτες τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό στην πόλη. Αυτοί καταδίωξαν τον γιατρό Ιβάν Άνεφ, πυροβόλησαν μέσα στο παζάρι προς τους Μίνο Ικονόμοφ και Χατζί Τάνο Ζαρίνοφ. Όταν έγινε η επίθεση στον τελευταίο ο κόσμος θέλησε να τους αντιμετωπίσει μόνος του, όπως έκανε αργότερα 2 φορές και λιντσάρισε τους ενόχους μέσα στο παζάρι. Αυτή την φορά όμως συγκρατήθηκαν και θέλησαν να φέρουν τους ένοχους Έλληνες αντάρτες ενώπιον των επίσημων αρχών στα Γιαννιτσά και στην Θεσσαλονίκη, όπως και ενώπιον των Ξένων Αντιπροσώπων εκεί. Έτσι όταν χτύπησαν οι καμπάνες στις 21 Νοεμβρίου για την γιορτή τω Εισοδίων της Θεοτόκου, οι πιο επιφανείς αφού άναψαν κερί και προσκύνησαν την εικόνα, έκαναν σύσκεψη και αποφάσισαν τα παρακάτω : Μια ομάδα 30 ατόμων να φύγει για Θεσσαλονίκη και να παραπονεθεί ενώπιον του Βαλή και των Ξένων Αντιπροσώπων για την δράση των ανταρτών και των τοπικών Αρχών, ενώ άλλη ομάδα από μερικές εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες να πάει στα Γιαννιτσά και να διαμαρτυρηθεί για τους ίδιους λόγους στον Καιμακάμη. Οι διαμαρτυρίες έφεραν αποτέλεσμα καθώς οι Τουρκικές Αρχές υποσχέθηκαν να διώξουν τους αντάρτες από την πόλη, για να αντικατασταθούν αργότερα από άλλους αφού τέτοια ήταν η πολιτική του Χιλμί Πασά : να διαιρεί και να εξοντώνει τους Βούλγαρους στην Μακεδονία. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο όμως, αφού το αίσθημα της αυτοπροστασίας τους ένωσε πιο πολύ και Έλληνες στην πόλη έμειναν περίπου 20 άτομα. Η διαμαρτυρία βοήθησε και μένα να πάρω διαβατήριο και να αναχωρήσω για την Αδριανούπολη, όπου για πρώτη φορά γνώρισα τον συγχωρημένο Πέταρ Βάσκοφ και δώσαμε τα χέρια για συνεργασία στο Βιλαέτι της Αδριανούπολης.


Το ξυλόγλυπτο τέμπλο με μοναδικές εικόνες της εκκλησίας “Παναγίας”

This entry was posted on сряда, март 28, 2012 at сряда, март 28, 2012 and is filed under , , . You can follow any responses to this entry through the comments feed .

0 коментара

Публикуване на коментар

Публикуване на коментар

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...