105 χρόνια απο τον θάνατο του Πάντο Κλιάσεφ!  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , , , ,

Καθιστοί μπροστά Βασίλ Τσεκαλάροφ και
 Πάντο Κλιάσεφ, πίσω τους ο Ιβάν Ποπόφ
Πανταλέι Ιανάκοφ Νάκοφ (1882-1907), πιο γνωστός με το προσωνύμιο του Πάντο Κλιάσεφ, αναδειχθεί σε άνθρωπο ηθικό και με υψηλά ιδανικά, παρότι η διάρκεια της ζωής του ήταν πολύ σύντομη – χάνεται σε μάχη με τους Τούρκους μόλις στα 25 του χρόνια. Ο Πάντο Κλιάσεφ γεννιέται και μεγαλώνει στο ενεργό Βουλγαρικό χωριό της περιοχής Καστοριάς Σμάρντες (Κρυσταλλοπηγή), γενέτειρα πλειάδας Βούλγαρων επαναστατών, μεταξύ των οποίων και ο Βασίλ Τσεκαλάροφ. Οι γονείς του δίνουν ώθηση ανάδειξης της πολιτιστικής του καλλιέργειας στέλνοντάς τον μαθητή στο Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης και στο κλασσικό Βουλγαρικό γυμνάσιο στην Μπίτολα (Μοναστήρι) στην διάρκεια 1896-1900.

Ο Πάντο Κλιάσεφ όμως συνδέεται με το επαναστατικό κίνημα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας : στην Θεσσαλονίκη εντάσσεται στην Βουλγαρική μυστική επαναστατική αδελφότητα του Ιβάν Γκάρβανοφ, ενώ λίγο αργότερα μπαίνει στην τσέτα του βοεβόδα Μάρκο Λέρινσκι στην περιοχή της γενέτειράς του. Σύντομα αναδεικνύεται ο ίδιος βοεβόδας τσέτας και παίρνει μέρος στις συναντήσεις για την προετοιμασία της εξέγερσης του Ιλίντεν στο χωριό Σμίλεβο (Φύρομ) της περιοχής του Μοναστηρίου. Είναι μέλος της διοίκησης της ΕΜΑΕΟ στην περιοχή της Καστοριάς και συμμετέχει στις μεγαλύτερες μάχες κατά την διάρκεια της εξέγερσης. Παρά τους διωγμούς εκ μέρους των Οθωμανών Τούρκων στην περιοχή της Καστοριάς, ο Πάντο Κλιάσεφ δεν απογοητεύεται και με νέες δυνάμεις ανανεώνει τις Βουλγαρικές επαναστατικές επιτροπές της περιφέρειας, καθώς προετοιμάζει τον τοπικό πληθυσμό και ενάντια στις αυξανόμενες επιθέσεις εκ μέρους των Ελληνικών αντάρτικων ομάδων.

Αυτή την ημερομηνία – 31 Ιουλίου 1907 ο Πάντο Κλιάσεφ και ολόκληρη η τσέτα του χάνονται σε μάχη με τον Τουρκικό στρατό κοντά στο χωριό Ντρενόβενι (Κρανιώνας). Ελαφρύ να είναι το χώμα που τους σκεπάζει!

Η παρακάτω σελίδα είναι μέρος των αναμνήσεων που έγραψε στην διάλεκτο η Μανούσα Σάροβα Κένκοβα, καταγόμενη από το χωριό Ντάμπενι (Δενδροχώρι) :




Ιστόρια να Πάντετο Κλιάσεφ

Πάντετο Κλιάσεφ ε ροντέν βο σέλο Σμάρντες, Κόστουρσκο. Τόι μπέσε μλάντο ντέτε ι ούμενο. Ον...γκο οργκανιζίρασε ναρόντο ζα ράμνο πράβιε...Ναρόντο ίμασε μάκα οτ τούρτσκιτε τίρανε. Μάλου πο μάλου ναρόντο σε οργκανιζίρα ι τράγκνα πο τιε ιντέι ι μάζε η ζένι σβίτσκι ραμπόταε. Πόσλε βρέμε τίε οργκανιζάτελι ιζράσναε ι τσέτι σο ναρόντνι ντρουγκάρι. Πάντετο...μπέσε βοιβόντα...τίε μπορτσί ζάεντνο σο ναρόντο ντίγκαε βοστάνιε. Βοστάνιετο σε ντίγκνα να 2 Αβγκουστ να ιλίντεν....τσέτιτε μπέα σομπράνι βο σέλο Ντάμπενι.

Годишнина от смъртта на Пандо Кляшев!  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , ,

Панталей Янаков Наков (1882-1907), по-известен с прякора си Пандо Кляшев,  се показва като човек с високи идеали и силен морал, макар животът му да продължава твърде кратко - загива в борба с турците едва на 25 години. Пандо Кляшев се ражда и отрасва в будното българско костурско село Смърдеш, родно място на плеяда български революционери, сред които и Васил Чекаларов. Родителите му дават тласък в културното му развитие и последователно го издържат като ученик в Солунската българска мъжка гимназия и Битолската българска класическа гимназия между 1896-1900 година.

Пандо Кляшев обаче се обвързва с революционното движение за освобождение на Македония: в Солун се присъединява към Българското тайно революционно братство на Иван Гарванов, а скоро след това става четник при войводата Марко Лерински в родния си край. Издига се до самостоятелен войвода на чета и участва на заседанията преди Илинденско-преображенското въстание в село Смилево, Битолско. Член е и на ръководството на ВМОРО в Костурско и взима участие във всички по-големи сражения по време на въстанието. Въпреки погромите извършени от османските турци в Костурско, Пандо Кляшев не се отчайва и подновява с нови сили българските революционни комитети в областта, като подготвя местното население и срещу засилващите се атаки на гръцките андартски чети.

На тази дата - 31 юли, 1907 година Пандо Кляшев загива в сражение с турски аскер край село Дреновени, заедно с него кости полагат и няколко четници. Лека им пръст!

За него историкът Любомир Милетич пише:

"Презъ зимата на 1904 година се запознахъ съ Кляшева, който ми направи особено добро впечатление не само съ своята угладена и твърде приятна външностъ, но и съ своя здравъ разсъдъкъ, интелигентностъ, скромностъ и характерностъ... И Кляшевъ ме удиви съ своята свежа паметъ, като отговаряше на въпроситѣ ми касателно дати, имена, описания на дребни случки, биографични данни за разни, второстепенни личности, четници и пр., както читательтъ по-долу ще види в самитѣ спомени.  Една меланхолична доброта дишаше отъ тоя и на гледъ благъ и хуманенъ родолюбецъ, та дори невѣроятно ми се чинѣше по нѣкога, че сѫщиятъ тоя деликатенъ младежъ е можелъ да върши и жестокости, за които самъ разказваше. Но и патриотичното му чувство, което не бѣ престанало да го въодушевява, бѣше толкова дълбоко, а вѣрата му въ правотата на македонското народно дѣло бе толкова непоклатима, щото не е чудно, ако въ името на тая вѣра той е билъ способенъ въ дадени моменти всичко да върши, за да изпълни своя дългъ, както той го е разбиралъ."

*** 

"Така духътъ пакъ се съвзе, хората видѣха, че не тъй лесно се изкоренява организацията. Гръцкиятъ владика въ тая афера много агитираше предъ хората да се откажатъ отъ комитета за въ бѫдеще. Подъ влияние на владиката турцитѣ не преследваха гъркоманитѣ и всичката вина се стоварваше върху българитѣ екзархисти. Като се видѣха гъркоманитѣ и поолеснени спрѣмо правителството, взеха съвсемъ да странятъ отъ организацията, докато по-напредъ не бѣше така, та и организацията не правѣше разлика между гъркомани и екзархисти. Отъ тогава вече се всѣва недоверие между гъркоманитѣ и организацията в Костурско."
 


Литература:
Николов, Борис Й. Вътрешна македоно-одринска революционна организация. Войводи и ръководители (1893-1934). Биографично-библиографски справочник, София, 2001

"Освободителната борба в Костурско (до 1904 г.) по спомени на Пандо Кляшев", Л. Милтич, МНИ, София, 1925 Г., Сканирана книга от екипа на Илюстрация Бело море. 


Следната страница е част от писаните на диалект спомени на Мануша Сарова Кенкова, родом от село Дъмбени:


Επιστροφή...... στο Μπουφ (Ακρίτας)  

Posted by Kokice in , , , , , , , ,

Το χωριό Μπουφ ή Μπουχ (Μπούφι, Ακρίτας) είναι ένα από τα μεγάλα χωριά στην περιοχή της Φλώρινας. Βρίσκεται σε λοφώδη περιοχή βορειοδυτικά της πόλης της Φλώρινας.Δυτικά του χωριού υψώνεται η ανατολική πλευρά του όρους Μπάμπα, Βίγλα όπως ονομάζεται στα μέρη αυτά. Όλη η περιοχή γύρω από το χωριό λέγονταν από τους Τούρκους Μπουφ-κολ (οκόλια - διοικητική διαίρεση της εποχής - του Μπουφ). Στην διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το χωριό αριθμεί περισσότερα από 240 Βουλγαρικά σπίτια, όμως μετά το 1903 πολλοί κάτοικοι του Μπουφ εγκαταλείπουν το χωριό και μεταναστεύουν σε ΗΠΑ και Καναδά.



Από το 1896 ακόμα φτάνει στο Μπουφ ο Βούλγαρος επαναστάτης της ΕΜΑΕΟ Γκιόρτσε Πετρόφ, στο βιβλίο του “ Υλικά σχετικά με την μελέτη της Μακεδονίας” για το οποίο δέχθηκε συγχαρητήρια προσωπικά από τον Βούλγαρο στρατηγό Ράτσο Πετρόφ, αυτός γράφει: “Καθοδηγητές και στήριγμα στα άλλα χωριά ήταν το χωριό Μπουφ. Εάν υπάρχει επίθεση σε κάποιο χωριό, ενημερώνονται γιαυτό οι κάτοικοι του Μπουφ και αυτοί μαζικά προστρέχουν σε βοήθεια...παρακολουθείται κάποιος ή κάποια κοπέλα από τους Τούρκους, αυτή στέλνεται στο Μπουφ να προφυλαχθεί...το Μπουφ ανέδειξε πολλούς γενναίους ανθρώπους. Ο πιο ένδοξος ήταν ο “πόπο από το Μπουφ”, ο οποίος πέθανε στο Κιουστεντίλ πρόπερσυ. Αυτός ήταν ο τύπος του παλιού Βούλγαρου αντάρτη. Το δύσβατο της περιοχής λειτουργεί ως φρούριο...η μάχη ενάντια στα γύρω τους Τούρκικα χωριά τους κάνει να είναι τόσο ενωμένοι μεταξύ τους ...” Ότι ο πληθυσμός του χωριού είναι Βουλγαρικός το αποδεικνύουν ακόμα Τούρκοι και Βούλγαροι συγγραφείς. Ο Αμερικανός Άλμπερτ Σόνικσεν και ο Αυστριακός Ιόχαν Γκεόργκ Φον Χαν επίσης το επιβεβαιώνουν.

Στις 31 Ιουλίου του 1903 αυτό το ηρωικό χωριό της περιοχής Φλώρινας δέχεται την επίθεση του Τουρκικού στρατού που αριθμούσε χιλιάδες. Κατά την επίθεση αυτή οι ορδές των Τούρκων έκαψαν την παλιά εκκλησία του “Αγ. Γεωργίου”. Στις 28 Αυγούστου 1903 εξήντα επαναστάτες από το χωριό δίνουν μάχη με πολυάριθμα Τούρκικα στρατεύματα που διαρκεί περίπου 6 ώρες, μετά την οποία μάχη το Μπούφ καταστρέφεται και πάλι. Από το ίδιο χωριό κατάγεται και ο βοεβόδας Ναούμ Μπούφτσετο. Αυτός μαζεύει τσέτα από 80 άτομα από τα χωριά Ράκοβο (Κρατερό), Μπίτουσα (Παρόρειο), Κλαμπούτσιστα (Πολυπλάτανο), Ντράγκος (Φύρομ), Ομπσίρενο (Εθνικό), Σβετά Πέτκα (Αγία Παρασκευή) και Γκραντέσνιτσα (Φύρομ) και συμμετέχει στην εξέγερση του Ιλίντεν. Μετά την καταστολή της εξέγερσης ο Ναούμ Μπούφτσετο αναχωρεί για την Βουλγαρία, για να επιστρέψει πάλι στην Μακεδονία και να πεθάνει σε μάχη με Τούρκικο στρατό τον Νοέμβριο του 1905.

Οι φιλόπατρεις κάτοικοι του χωριού ανοίγουν το πρώτο Βουλγαρικό σχολείο στο σπίτι του Νικόλα Βάτσκοφ. Μετά το 1908 οι κάτοικοι του χωριού χτίζουν καινούργιο Βουλγαρικό σχολείο, το οποίο είναι μεγάλο εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με δέκα ευρύχωρα δωμάτια και ένα από τα πρώτα που άνοιξαν στην περιοχή της Φλώρινας μαζί με τα σχολεία στα χωριά Νεβόλιανι (Σκοπιά), Εξί-σου (Ξινό Νερό), Ζελένιτσε (Σκλήθρο), Μπάνιτσα (Βεύη), Τάρσιε (Τρίβουνο), Πεσότσνιτσα (Αμμοχώρι).

Η Παραδοσιακή φορεσιά του Μπουφ χαρακτηρίζεται από την ξεκάθαρη και αρμονική της γραμμή, εκφράζεται δε με τα σκούρα χρώματα στα πάνω ρούχα, κάνοντας αντίθεση με τα από κάτω άσπρα πουκάμισα. Τα ανδρικά πουκάμισα φτάνουν ως τα γόνατα, οι γιακάδες και τα πρόσθετα μανίκια είναι κεντητά, τα μανίκια του ρούχου είναι αρκετά φαρδιά από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα. Το πάνω ρούχο είναι χωρίς μανίκια, στο μήκος του πουκάμισου, δεμένο στην μέση με πόιας (ζωνάρι) από μάλλινο ύφασμα, η άκρη του οποίου πέφτει μπροστά. Το κυρίαρχο χρώμα είναι το μαύρο και το σκούρο μπλε. Για διακόσμηση χρησιμοποιούνται αλυσίδες (Καόστετσι) που τοποθετούνται στο πέτο, Γκαιτάν (λεπτή μακριά κεντητή λωρίδα) σε ανοιχτό χρώμα ή σειρά από κουμπιά. Τα Τσοράπι (κάλτσες) είναι άσπρα, φτάνοντας πάνω από τα γόνατα.

Ομάδα μεταναστών στο Τορόντο, με καταγωγή από το Μπουφ, πριν αναχωρήσουν για την Βουλγαρία για να καταταγούν στον Βουλγαρικό στρατό με την έναρξη του Βαλκανικού Πολέμου. Άκρη δεξιά είναι ο Τοντόρ Βούτσκοφ, ο πατέρας του Νικόλα Βούτσκοφ ίδρυσε το πρώτο Βουλγαρικό σχολείο στο Μπουφ.
Στην γυναικεία φορεσιά τα κεντήματα, τα οποία ξεχωρίζουν πάνω στα σκούρα χρώματα του πάνω ρούχου είναι με κόκκινες και άσπρες κλωστές. Έντονα παρόμοια κεντήματα σε οριζόντια γραμμή έχει και πάνω στις ποδιές, οι οποίες φτάνουν μέχρι κάτω από τα γόνατα. Το γυναικείο πουκάμισο είναι λευκό σαν χιόνι δουλεμένο από κάνναβη ή λινάρι, κεντημένο στο κάτω τμήμα του, στα μανίκια και γύρω από το μπούστο. Το τιουλμπέν (λεπτή μαντήλα) στο κεφάλι είναι άσπρο, συχνά σαν διακόσμηση πάνω του ράβονται χάντρες ή μικρά νομίσματα, που πιο συχνά τα συναντάμε στην παιδική φορεσιά.

Свети Климент Охридски  

Posted by IllustrationBeloMore


Икона на Св. Климент от Егейска Македония.
На 27 юли Българската православна църква чества деня на Свв. Седмочисленици - Кирил и Методий, и техните ученици Климент, Наум, Ангеларий, Сава и Горазд. Всички те спомагат за развитието и налагането на славянската писменост в Средновековна България, а оттам за разпространението и в целия славянски свят. 

В "Охридската легенда" или Краткото житие на св. Климент от Охридския архиепископ Димитър Хоматиан, който сам се нарича "архипастир на българите", пише изрично:

"Този велик наш отец и български светилник по род бе от европейските мизи, които мнозина наричат българи" (Й. Иванов. "Български старини из Македония", С., 1931, стр. 316 на гръцки и старобългарски).


Икона на Св. Климент от Северна
Гърция, надписите са замазани
и пренаписани на гръцки.

В пространното житие на св. Климент от Охридския архиепископ Теофилакт, грък от остров Евбея, се казва, че след смъртта на св. Методий, Климент, Наум и Ангеларий "закопнели за България и се надявали, че България ще им даде покой", а след отиването им в българската столица Плиска именно българският владетел изпраща св. Климент като учител в третата част на България Кутмичевица, където той обучава 3500 българчета за свещеници.

Издигнат през 893 г. за епископ в Струмица, според ватиканския гръцки кодекс 2492, от 906 до 916 г. той е изпратен за епископ в град Белград или Велица, сега Берат в Албания. И досега в папския годишник е отбелязана епископията Бела (Велица) в провинция Западна България.

Теофилакт нарича св. Климент "новият апостол Павел на новите коринтяни - българите", а друг песнописец от ХIV в. го нарича "тринадесети апостол на България".
Св. Климент умира на 27 юли 916 година.

Прочетете повече за Св. Климент:

55 наследници на прокудени от солунското Зарово почетоха родното място на предците си  

Posted by IllustrationBeloMore in , , ,

Няма помен от българщината, и шибоят, символ на селото, е изкоренен

55 наследници на преселници от Беломорието посетиха някогашното с. Зарово, тогава българско, сега гръцко. Това е родното място на десетки, прокудени преди 97 години от гърците и заселили се в Сандански, Петрич, Струмяни. Легендата разказва, че българите са изгонили от църквата свещеника, който проповядвал на гръцки език. Другите села се подчинили, само те не са се и са били прокудени със сила оттам. В селото не е останала нито една българска къща, изкоренен е шибоят, с болка споделя Бойка Спанова, която е наследник на фамилия Шаркови, които са се преселили в с. Илинденци, община Струмяни, но запазили цветето близо век.

След опожаряването там се заселват хора от задкавказките републики, които нямат нищо общо с трагичните събития на живеещите там българи. Тръгнахме от Сандански за с. Зарово 55 човека с ръководител Милка Ирибозова Солакова. В групата бяха предимно възрастни хора: Солунка Мешкова, Вангелия Шаркова, Мария Великова, Славчо Хотев и други, потомци на български преселници от Зарово, което се намира на 25 км преди Солун. Това, което изживяхме, не може да се опише с думи, каза Бойка Спанова. Виждах моите прароднини, които стискат в ръце невръстните си деца, за да избягат от огнената стихия. И къщите си оставили отворени, с надежда, че ще се върнат. И тръгват, без да знаят накъде. С надежда, че на север е България.

Направи ми впечатление, че селото е подредено и с много цветя, но никъде нямаше шибой, а моята баба Гела ми е разказвала, че в Зарово е нямало къща без шибой. Може би затова и нейната внучка Вангелия поднесе букет шибой в църквата “Свети Илия”. Дядо Ангел Шарков много ни е разказвал за селото и мечташе да се върне. За него това бе една обетована земя и винаги се молеше никога ние, неговите внуци, да не изпитаме страшната съдба на изселниците. Вярвам, че той сега ще е най-доволният от това посещение. Още повече, че неговата дъщеря Гела взе пръст от двора на черквата, за да я занесе на гроба му, добавя Бойка Спанова и с тъга заяви: От пепелта е издигнато ново село, но без нито един българин.

Гръцкият свещеник ни посрещна много радушно, разказа ни много неща, показа ни скритите, макар и малко останали, надписи на български език и отслужи прочувствена литургия, поръчана от групата, водена от арх. Костадин Сандев от Благоевград, който също е заровалия. Две погачи бяха осветени с литургия и раздадени за здраве.

Взето от в. Струма, 25 юни 2010 г.

Прочетете повече за село Зарево:
* Попстоилов, Антон. Село Зарово, Солунско. историко-фолклорно и езиковедско изследване,БАН, 1979 г.
* Статия за Зарово в българоезичната Уикипедия

Ανάμεσα σε Σλαβόφωνους, Εντόπιους και τους ομιλούντες την Βουλγαρική  

Posted by Kokice in , , ,

Σελίδα από την εφημερίδα Ελληνική Φωνή
για την ορκομωσία στον Ατραπό
Ταξιδεύοντας στην Βόρεια Ελλάδα σχεδόν καθένας που ενδιαφέρεται για το ιστορικό παρελθόν της περιοχής αυτής κοιτάει πέρα από τους τουριστικούς της προορισμούς. Περνάει μέσα από χωριά, των οποίων τα ονόματα διασώζονται ακόμα στους γεωγραφικούς μας χάρτες, αλλά δεν έχουν σχεδόν τίποτα κοινό με τα Ελληνικά τους ονόματα. Αυτά τους τα ονόματα μας είναι γνωστά από την ιστορία και αυτό τα εξηγεί όλα. Οι καιροί είναι διαφορετικοί, εμείς είμαστε σε γειτονική χώρα και έχουμε περάσει τα διακρατικά σύνορα. Κοιτάζοντας τριγύρω θα δούμε ότι τα σύνορα χωρίζουν στην μέση το βουνό, την λίμνη, το ποτάμι, όμως η γη μένει έτσι ίδια και τα πουλιά πατούν στη μια μεριά της λίμνης ενώ αμέσως μετά ανοίγουν τα φτερά τους και πετούν προς την άλλη της όχθη.

Αυτό το σύνορο είναι πιο ιδιαίτερο. Δεν διαιρεί μόνο τις πλαγιές των βουνών και τον ρου των ποταμών. Διαιρεί ανθρώπους και σήμερα όπως χώριζε για τόσο πολύ καιρό ιστορία, πεπρωμένο, αδέρφια, γονείς και παιδιά. Μιλώντας στην γριούλα που πέρασε από δίπλα μας, αυτή μας ανταποκρίνεται σε μια κατανοητή υπέροχα όμορφη διάλεκτο, γνωστή σε μεγάλο κομμάτι των Βουλγάρων από τους προπάππους τους. Μετά από διαδοχικές συναντήσεις με ανθρώπους από διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικές περιοχές της Αιγαιακής Μακεδονίας, μερικές φορές χάνουμε την αίσθηση οτι είμαστε εκτός της Βουλγαρίας. Συχνά βλέπουμε κάποιους να μιλούν χαμηλόφωνα ή να κοιτούν ανήσυχα τριγύρω, άλλοι όμως δεν έχουν τέτοιους ενδοιασμούς ίσως επειδή στο χωριό τους είναι όλοι σαν αυτούς. Εντόπιοι. Αυτοί δεν έχουν όνομα. Στην χώρα τους αυτοί ονομάζονται Εντόπιοι (κατά γράμμα μετάφραση της λέξης “μέστνι”-τοπικοί), όπως και σλαβόφωνοι, αλλά αυτό δεν τους τοποθετεί σε καμιά από τις πολλές κοινότητες (ομάδες) στην Ελλάδα, που κάθε μια έχει το επίσημο όνομά της που χαρακτηρίζει την καταγωγή τους – Πόντιοι, Θρακιώτες, Καρυώτες, Καυκάζιοι, Αρβανίτες....οι Σλαβόφωνοι είναι πολυάριθμοι αλλά είναι μόνο εντόπιοι. Απρόσωπος χαρακτηρισμός που τίποτα δεν προσδιορίζει στην Ελλάδα. Όμως ποιοί είναι οι Εντόπιοι?


Εθνογραφικός χάρτης (Ελληνισμός στην
εγγύς Ανατολή) 1918 Σωτηριάδης
Πολλοί μελετητές, περιηγητές, δημοσιογράφοι, γλωσσολόγοι έχουν καταθέσει κατηγορηματική άποψη ποια ακριβώς είναι αυτή η γλώσσα, ριζικά διαφορετική από την συνηθέστερη εξήγηση στην Ελλάδα, ότι η γλώσσα είναι “καθαρά“ Ελληνική με προσμίξεις Βουλγαρικών, Τουρκικών και Βλάχικων λέξεων. Επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Τσούλκας (19 ος αιώνας) εκδίδουν γλωσσικά λεξικά με τα οποία αποδεικνύουν πάνω στην βάση των λεξιλογικών ομοιοτήτων με την Ελληνική γλώσσα την παραπάνω άποψη. Ανεξήγητο όμως παραμένει, γιατί και σήμερα ακόμα “οι Εντόπιοι“ συννενοούνται σ αυτήν την γλώσσα μεταξύ τους ή σε συζητήσεις με ανθρώπους από την Βουλγαρία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας?

Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της “Μακεδονικής γλώσσας“, αλλά επιδιώκει και την σαφή διαφοροποίησή της από την ομιλούμενη από τους κατοίκους της Αιγαιακής Μακεδονίας. Συμβαίνει και το αδιανόητο – μέχρι πρότινος, στα παραδοσιακά τραγούδια ακούγονταν μόνο η μελωδία τους, χωρίς στίχους και με περιορισμούς για να μην γίνεται φανερή η διγλωσσία των “Εντόπιων”. Μέχρι πρόσφατα αυτή η γλώσσα ομιλούνταν κρυφά στο σπίτι ή ανάμεσα σε φίλους, ενώ σήμερα Έλληνες εθνικιστές παρουσιάζουν τραγούδια στην διάλεκτο αυτή για Έλληνες αντάρτες σαν τον Πάβλε Ιλίεφ από το Ράκοβο (Κρατερό), με το οποίο θέλουν να αποδείξουν την ισχυρή Ελληνική συνείδηση των κατοίκων.


Σελίδα από Βουλγαρικό αλφαβητάρι
1926 σύμφωνα με την υποχρέωση της
Ελλάδας προς την Κοινωνία των Εθνών
Με πολιτικά κριτήρια και την συνεχώς μεταβαλλόμενη εξωτερική πολιτική η Ελλάδα δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι ουσιαστικά αυτή η γλώσσα. Τον 19 ο αιώνα αυτή είναι-συνηθέστερα “Σλαβομακεδονική”, ονομάζεται και Βουλγαρική και όσοι την μιλούν, ομιλούντες την Βουλγαρική Έλληνες. Κατά την διάρκεια των πολέμων 1912-1918 όταν η εθνοτική σύνθεση είναι σημαντική για των διαχωρισμό της Μακεδονίας σε περιφέρειες, η Ελλάδα επαναφέρει τον όρο “Σλαβομακεδονική γλώσσα” και διαφοροποιεί ξεχωριστή Σλαβομακεδονική εθνότητα, για να παρουσιάσει τον αριθμό, των έτσι και αλλοιώς τεχνητά εξοντωμένων Βούλγαρων εκεί.

Επειδή η γλώσσα είναι βασικό σημάδι για μια εθνότητα φτάνουμε στο εξής παράδοξο. Όταν τα Ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αιγαιακή Μακεδονία, εκτός από τους Βούλγαρους Εξαρχικούς βασανίζονται και εκδιώκονται πολλοί από τους “ομιλούντες την Βουλγαρική γλώσσα Πατριαρχικοί” κάτι που γίνεται στην βάση στοιχείων μεγαλομανίας στην χάραξη των συνόρων του Ελληνικού κράτους. Με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων στο Λέριν (Φλώρινα) σε πολλούς τέτοιους εμπόρους λεηλατούνται τα μαγαζιά τους, ενώ οι Γραικομάνοι του Πετρεβο (Άγιος Πέτρος), περιοχή Γιαννιτσών, οι οποίοι συμμετείχαν κιόλας σε αντάρτικες ομάδες, εκδιώκονται στην Βουλγαρία ή θανατώνονται από τους άρτι αφιχθέντες πρόσφυγες από την Μικρά Ασία στην δεκαετία του 20 του 20 ο αιώνα.



“Ανακοίνωση προς τον λαό της Μακεδονίας”
από 27 Ιανουαρίου 1926 στην Φλώρινα:
“1) Απαγορεύεται από σήμερα να ομιλείται
η Βουλγαρική γλώσσα
Κατά την περίοδο 1918-1941 η Ελλάδα βρίσκεται σε σταυροδρόμι σε σχέση με το ζήτημα της γλώσσας αυτής. Για να πάρει δάνεια να βοηθήσει τους πρόσφυγες από την Κοινωνία των Εθνών αναγκάζεται να αναγνωρίσει την ύπαρξη Βουλγαρικής Μειονότητας και να εκδώσει αλφαβητάρι για αυτό τον πληθυσμό. Κατά το 1925 τέτοιο αλφαβητάρι εκδίδεται στην αλφάβητο Καράτζιτσα (Σερβική αλφάβητος), για να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Σερβίας (Γιουγκοσλαβίας) για τον πληθυσμό της περιοχής αυτής, ενώ κατά το 1926 το εκδίδει στα Βουλγαρικά για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της με βάση όσα υποσχέθηκε στην Διεθνή κοινότητα.

Παράλληλα όμως μ αυτό δημιουργήθηκε η οργάνωση “Ελληνική Μακεδονική πυγμή” η οποία παρακολουθεί τους “Εντόπιους” για να μην μιλούν άλλη γλώσσα πλην της Ελληνικής και σε αντίθετη περίπτωση οι παραβάτες συλλαμβάνονται και βασανίζονται. Αυτό όμως που ζητούσαν ήταν δύσκολο να επιτευχθεί επειδή οι περισσότεροι από τους κατοίκους αυτούς δεν ήξεραν άλλη γλώσσα πέραν της μητρικής τους. Εν τω μεταξύ οι Ελληνικές Αρχές καταστρέφουν Κυριλλικές επιγραφές σε εκκλησίες, νεκροταφεία, βιβλιοθήκες και σχολεία, οι εικόνες και τα βιβλία καίγονται. Στις εφημερίδες δημοσιεύονται πανηγυρικά άρθρα για ορκωμοσίες ολόκληρων χωριών που απαρνούνται την μητρική γλώσσα, λες και την είχαν φορτωθεί δια της βίας... Στα δημοσιεύματα όμως δεν αναφέρονται οι εκφοβισμοί και τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι άνθρωποι για να απαρνηθούν την γλώσσα.
Σελίδα από Βουλγαρικό
αλφαβητάρι 1926

Γεγονός είναι όμως ότι παρά τις δεδομένες αυτές ορκωμοσίες να μην μιλούν τα Βουλγαρικά, οι υποσχέσεις στα εν λόγω χωριά δεν τηρήθηκαν από τους κατοίκους και η γλώσσα διατηρήθηκε σε καλό επίπεδο μέχρι και σήμερα.

Το ότι η ύπαρξη και η ομιλία αυτής της γλώσσας καθώς και ο τρόπος ζωής αυτών που την μιλούν είναι ταμπού στην μοντέρνα Ελλάδα – αποτελεί πραγματικότητα. Εξίσου αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να χαρακτηρίσουν την γλώσσα – Μακεδονικά ή Βουλγαρικά. Σήμερα αυτό είναι θέμα προσωπικής επιλογής, βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Με έναν διαφορετικό τρόπο είναι και θέμα ιστορικής αλήθειας. Πριν 100 χρόνια στην Αιγαιακή Μακεδονία διδάσκονταν η Βουλγαρική γλώσσα με βουλγαρικό αλφάβητο σε Βουλγαρικά σχολεία. Δάσκαλοι και μαθητές ονομάζονταν Βούλγαροι, ενώ στα μάτια των Ελλήνων ανταρτών και των Τουρκικών Αρχών αυτοί ήταν Βούλγαροι κομιτατζήδες. Στην Θεσσαλονίκη το Βουλγαρικό Γυμνάσιο Αρρένων “Κυρίλλου και Μεθόδιου” εκπαίδευσε περισσότερους από 500 ανθρώπους από όλες τις γωνιές της περιφέρειας, οι οποίοι έγιναν πολιτικοί, καθηγητές και αξιωματικοί στην Βουλγαρία. Και τι να πούμε για κάθε χωριό που ως το 1912 με ίδιες δυνάμεις (χρήματα) διατηρούσε σωστά τακτοποιημένο Βουλγαρικό σχολείο?


Μετάφραση από Ευαγγέλιο από το 1863
στην Κουλακιά (Χαλάστρα) γραμμένο με
Ελληνικά γράμματα σε τοπική
Βουλγαρική διάλεκτο

Σε αντιπαράθεση θα μπορούσε κάποιος να επισημάνει ότι η γλώσσα αυτή επιβλήθηκε από την Βουλγαρική προπαγάνδα μέσω της Βουλγαρικής Εξαρχίας μετά το 1871. Όμως για Βουλγαρική γλώσσα σε όλη την Μακεδονία μιλούσαν σειρά μελετητές , δημόσια πρόσωπα και κληρικοί. Από το 1852 ακόμα ο Πάβελ Μποζιγκρόπσκι από το Κονίκοβο (Δυτικό, Δήμος Πέλλας) εκδίδει “Εβαγκέλιε να Γκόσποντα Μπόγκα ι Σπάσα νάσεγκο Ιισούσα Χριστό, σίγκα νόβο τιπόσανο να Μπόλγκαρσκοι ιεζίκ ζα σέκοα Νεντέλια οτ γκοντίνα ντο γκοντίνα σο ρετ” (Ευαγγέλιο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, τώρα νέο εκτυπωθέν στην Βουλγαρική γλώσσα για κάθε Κυριακή από χρόνο σε χρόνο με σειρά), ενώ ο Εφστατίι Κιπριάδι στην Κουλακιά (Χαλάστρα, Δήμος Δέλτα) δημοσιεύει “Γκοσπόντνοβο ι σφέταγκο Εβαγκέλιο να Μπόγκα νάσαγκο γκολέμα τσρίκφα χριστιάνοφ, ισκάρενο να μπούγκαρτσκο ιζίκ τουβάσνο ζμπορ να Βαρντάρια..” (Θείο και Ιερό Ευαγγέλιο του Θεού μας της μεγάλης Χριστιανικής εκκλησίας βγαλμένο στην Βουλγαρική γλώσσα όπως την ομιλούμε εδώ στον Βαρδάρη-Αξιό). Οι εθνογράφοι Σαφαρίκ και Ερμπέν (Τσεχία), Μπάι, Ρέκλιο και Λεζάν (Γαλλία), Μίρκοβιτς και Ζάριανκο (Ρωσία), Μακένζι και Άρμπι (Μεγάλη Βρεττανία), Πέτερμαν, Ραβενστάιν και Κίπερτ (Γερμανία) και Σάκς (Αυστρουγγαρία) δημοσιεύουν ο καθένας ξεχωριστά χάρτες της περιόδου 1848-1890 στις οποίες επιβεβαιώνουν οτι η μαζικά ομιλούμενη γλώσσα στις περιοχές Θεσσαλονίκης, Έδεσσας, Φλώρινας και Καστοριάς είναι η Βουλγαρική. 
Το 1912 Έλληνας αξιωματικός στο Κουφάλοβο (Κουφάλια, Δήμος Χαλκηδόνας σήμερα) λέει στους κατοίκους εκεί: “ Ντροπή σας! Η φωνή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ακούγεται πως σας καλεί, ενώ εσείς στέκεστε και καλείστε Βούλγαροι!. Τότε ο Α. Κοτζαμάνοφ του απαντά: “Εγώ ποτέ δεν είμουνα Έλληνας και δεν πρόκειται να γίνω από εδώ και πέρα, δίδαξα 7-8 χρόνια σαν Βούλγαρος δάσκαλος. Ο πατέρας μου ήταν Βούλγαρος και εγώ τέτοιος θα παραμείνω, ακόμα και αν ζω και στην καρδιά της Ελλάδας”.


Ως το 1944 στην δυτική Ευρώπη οι μελετητές μιλούσαν για Βουλγαρική γλώσσα, ενώ από τότε και μετά εμφανίστηκε η Μακεδονική γλώσσα. Αλλά ανεξάρτητα πως ορίζεται και ταξινομείται η γλώσσα αυτή στην βάση της παραμένει μία και κοινή. Σωστό είναι και η Ελλάδα φωναχτά να καθορίσει ποια είναι αυτή η γλώσσα και όχι υποκριτικά σε μερικά χρόνια να αλλάζει άποψη στην προσπάθειά της να υπερασπίζεται τον τεχνητό αυτό διαχωρισμό.

Завръщане... в Буф  

Posted by IllustrationBeloMore in , , , , , , ,

Училището в Буф.

Село Буф или Бух (Μπούφι, Ακρίτας) е едно от големите села в Леринско. Разположено е в хълмиста местност на северозапад от град Лерин. Западно от селото се издига южната част на Баба планина, наричана в този край Бигла. Цялата местност около селото е наричана от турците Буф-кол (Буфска околия). По време на Османската империя селото наброява над 240 български къщи, но след 1903 година много буфчани напускат селото и се установяват в САЩ и Канада.


Още през 1896 година в Буф пристига българския революционер от ВМОРО Гьорче Петров, в своята книга "Материали по изучаванието на Македония", заради която е поздравен лично от българския генерал Рачо Петров, той пише: "Водител и крепител на другите села е било селото Буф. Щом има нападение на някое село, известява се за това на буфчани и те вкупом се затичват на помощ... преследва ли се някой човек или мома от турците, тя се изпраща в Буф на прибежище... Буф е давал много юнаци хора. Най-славен е бил „попо от Буф“, който умря в Кюстендил по-миналата година. Той е бил тип на старите български хайдути. Непристъпността на мястото служи за крепост... борбата им с близките турски села ги заставлявала да имат съгласие.." Че населението на селото е българско свидетелстват още турски и български  автори. Американецът Алберт Сониксен и австриецът Йохан Георг фон Хан също потвърждават това.

На 31 юли 1903 г. това героично леринско село е нападнато от хиляден турски аскер. При това нападение турските пълчища опожаряват старата църква „Св.Георги”. На 28 август 1903 година шестдесет души въстаници от селото водят сражение с многобройна турска войска, което продължава около шест часа, след което Буф отново е опустошено. От същото село е родом и войводата Наум Буфчето. Той събира чета от 80 души от селата Раково, Битуша, Клабучища, Драгош, Обсирено, Велушина, Света Петка и Градешница и участва в Илинденското въстание. След потушаването на въстанието Наум Буфчето заминава в България, за да се завърне пак в Македония и да умре в бой с турски аскер през ноември 1905 година.

Група буфчани, емигранти в Торонто, преди заминаването им за България, където се присъединяват към Българската армия и участват в Балканската война. Най-вдясно е Тодор Вучков, баща му Никола Вучков е основател на първото българско училище в Буф.
Родолюбивото население на селото открива първото българско училище в къщата на Никола Въчков. След 1908 г.жителите на селото построяват ново българско училище, което е голяма внушителна двуетажна сграда с десет просторни стаи и е едно от първите открити в Леринско, наред с училищата в Неволяни, Екши-Су, Зелениче, Баница, Търсие, Песочница. 

"Буфчанец" от Лудвиг Куба
Буфчанската народна носия е с характерна изчистена и хармонична линия, изразена в тъмни цветове на горните дрехи, контрастиращи върху бели ризи. Мъжките ризи достигат до коленете, яките и допълнителните ръкави са бродирани, а същинските ръкави на дрехата са доста широки от рамото до лакътя. Горната  дреха е без ръкави, с дължината на ризата, пристегната в кръста с пояс от вълнена материя, чийто край се спуска отпред.  Преобладаващ цвят е черния и тъмносиния. За украса са използвани прикачени към ревера верижки (кьостеци), гайтан в светъл цвят или редица от копчета. Чорапите са бели, достигащи над коленете.

При женската носия бродериите, които изпъкват върху тъмния цвят на горните дрехи са с червени и бели конци. Наситена подобна бродерия в хоризонтални линии има и върху престилките, които достигат до под коленете. Женската риза е снежнобяла, изработена от коноп или лен, бродирана в долния край, по ръкавите и около пазвите. Тюлбена на главата е бял, често за украса към него са пришивани мъниста или дребни монети, най-вече срещани при детската носия.

Между славофони, ендопи и българогласни  

Posted by IllustrationBeloMore in ,

Пътувайки из Северна Гърция, почти всеки, интересуващ се от миналото на тази земя е надниквал отвъд туристическите дестинации. Преминава през населени места, чиито имена все още са запазени в географските ни карти, но нямат почти нищо общо с гръцките им наименования. Тези имена са ни известни от историята и това като че обяснява всичко. Времената са различни, ние сме в съседна страна и сме преминали държавната граница. Огледаме ли се, ще видим, че границата разделя през средата планината, езерото, реката, но земята си е все същата и птиците газят от едната страна на езерото, а след това разперват криле и прелитат на другия му бряг.

Гръцкият вестник "СФЕРА", м.септември 1959 г.
Близо до Флорина три села се заклеха...
"Заклевам се в Бога, народа и честта
си да не говоря повече български..."
Η Ελληνική εφημερίδα “Σφαίρα” Σεπτέμβριος 1959
κοντά στην Φλώρινα τρία χωριά ορκίστηκαν...
”Ορκίζομαι στον Θεό, την Πατρίδα και την τιμή μου
να μην μιλώ πια Βουλγαρικά”


Тази граница е по-особена. Тя дели не само планинските склонове и речните бързеи. Тя разделя хората и днес така, както толкова дълго време е делила история, съдби, братя, родители и деца. Заговорим ли преминаваща край нас старица, тя ни отвръща на един разбираем, чудно красив диалект, познат на огромна част от българите от техните прабаби и дядовци. След всяка поредна среща с хора от различни възрасти и от различни краища на Егейска Македония понякога губим усещането, че сме извън България. Често виждаме, как някои снижават глас или се оглеждат неспокойно, други не страдат от подобни притеснения, може би защото в родното им село всички са като тях. Местни. Те нямат име. В държавата си те са наричани ендопи (буквален превод на „местни” ), както и славофони, но това не ги приобщава към нито една от многото общности в Гърция , наричани официално със собствените си имена, характеризиращи произхода им – понти, тракиоти, кариоти,кавказуни, арванити... Славофоните са многобройни, но са само местни. Безлично, нищо не значещо определение в Гърция. Но кои са ендопите?

Много учени, пътешественици, журналисти, лингвисти са дали категорично становище какъв език точно е това, коренно различаващо се от най-честото обяснение в Гърция, че езикът е „чист” гръцки с български, турски и влашки примеси. Учени като Константинос Чулкас (19 век) издават езикови речници, с които доказват на базата на лексикалните прилики с гръцкия език гореспоменатата теза. Необяснимо е защо обаче дори днес „ентопи”-те се разбират на този език помежду си или в разговор с хора от България и Република Македония, но не и с гърците от юга?

Етнографска карта "Елинизмът в Близкия Изток",
1918 година, Сотириадис.
Εθνογραφικός χάρτης (Ελληνισμός στην εγγύς Ανατολή)
1918 Σωτηριάδης
Гърция не признава съществуването на „македонски език”, но и така се стреми ясно да го разграничи с говора на Егейското население. Случва се и немислимото - до неотдавна народните песни звучаха само с мелодиите си, без текст и с ограничения, за да не се афишира двуезичието на „ентопи”-те. До неотдавна този език се говореше апокрифно вкъщи и между приятели, а днес гръцките националисти разпространяват песни на този диалект за гръцки андарти като Павле Илиев от Раково, с което искат да докажат силното гръцко самосъзнание на населението.

От политически съображения и постоянно менящата се външна политика Гърция не може да реши какъв всъщност е този език. В 19 век той е най-често „славомакедонски”, наричат го и български, а говорещите го българогласни елини. През войните 1912-1918 година, когато етническия състав е важен за деленето на областта Македония, Гърция връща понятието „славомакедонски език” и обособява отделна славомакедонска нация, за да разполови броя, на и без това изкуствено занижените българи там.

Поради това, че езикът на населението е и основен етнически белег се стига и до парадокс. Когато гръцките войски навлизат в Егейска Македония, освен българите екзархисти са малтретирани и прогонени много от „славяногласните патриаршисти”, съществуването на които е в основата на мегаломанските чертания на гръцките държавни граници. В началото на Балканските войни в Лерин на много такива търговци са разграбени дюкяните, а гъркоманите от Петрево, Ениджевардарско, които дори участват в андартското движение, са прогонени в България или убити от новонастанилите се маджири от Мала Азия през 20-те години на 20 век.

В периода 1918-1941 година Гърция е на кръстопът по отношение на този езиков въпрос. За да получи бежански заеми от ОН е принудена е да признае съществуването на българско малцинство и да издаде буквар за това население. През 1925 година такъв буквар е създаден на азбуката караджица (сръбската азбука), за да задоволи претенциите на Сърбия (Югославия) над населението в региона, а през 1926 година го издава на български, за да изпълни задълженията си, обещани пред Международната общност.


„Възванието към македонския народ“
от 27 януари 1926 година в Лерин:
„1) Забранява се от днес да
се говори български език..“
“Ανακοίνωση προς τον λαό της Μακεδονίας”
απο 27 Ιανουαρίου 1926 στην Φλώρινα:
“1) Απαγορεύεται απο σήμερα να ομιλείται
η Βουλγαρική γλώσσα
Успоредно с това обаче е създадена организацията „Гръцки македонски юмрук”, която следи „ентопи”-те да не говорят на друг език освен гръцки, а в противен случай нарушителите са били арестувани и инквизирани. Това искане е било трудно постижимо, поради факта, че мнозинството от тези хора не са знаели друг език, освен майчиния им… Междувременно гръцките власти унищожават кирилските надписи в църквите, гробищата, библиотеките и училищата, иконите и книгите са изгаряни. Във вестниците се публикуват тържествени статии за това как цели села се отказват от майчиния си език, все едно им е наметнат насила.. При това без да се споменава какви заплахи и мъки са претърпели хората, за да се откажат от езика.
Факт е обаче, че въпреки показните клетви да не говорят български, обещанията във въпросните села не са спазвани от населението и езика е запазен и до днес на добро ниво.

Че съществуването и говоренето на този език, както и битието на говорещите го, е табу в Модерна Гърция – това е вярно. Но е също толкова вярно, че повечето хора не знаят като какъв да определят езика – македонски или български. Днес това е въпрос на личен избор, основно човешко право. Но по един друг начин е въпрос и на историческа правда. Преди 100 г. в Егейска Македония се учеше български език на българска азбука в български училища. Учители и ученици се наричаха българи, а в очите на гръцките андарти и турската власт те бяха български комитаджии. В Солун българската мъжка гимназия „Кирил и Методий” възпита над 500 души от всички краища на областта Македония, които станаха политици, професори и офицери в България. А какво да кажем за всяко будно село, което до 1912 година със собствени пари построи и поддържаше добре уредено българско училище?

В опозиция някой ще изтъкне, че този език е наложен от българската пропаганда посредством Българската екзархия след 1871 година. Но за български език в цяла Македония говореха редица учени, общественици и духовници. Още в 1852 година Павел Божигробски от Кониково (Дитико, дем Пела) издава „Евангелие на Господа Бога и Спаса нашего Иисуса Христо, сига ново типосано на богарской йезик за секоа неделя от година догодина со рет”, а Евстатий Киприади в Кулакия (Халастра, дем Делта) публикува „Господново и сфетаго евангелио на бога нашаго голема црикфа христианоф, искарено на бугарцко изик тувашно збор на Вардариа..”. Етнографите Шафарик и Ербен (Чехия), Буе, Реклю и Лежан (Франция), Миркович и Зарянко (Русия), Макензи и Ърби (Великобритания), Петерман, Равенщайн и Киперт (Германия) и Сакс (Австро-Унгария) публикуват по отделно карти в периода 1848-1890, в които потвърждават, че масово говорения език в Солунско, Воденско, Леринско и Костурско е български.

Евангелие от Павел Божигробски
"типосано на богарской йезик"
Ευαγγέλιο απο τον Πάβελ Μποζιγκρόπσκι
“τυπωμένο στην Βουλγαρική γλώσσα”


В 1912 година гръцки офицер в Куфалово (Куфалия, дем Пела) казва на местните хора: „Срам за вас! Гласът на Александър Македонски се чува как ви вика, а вие още стоите и се зовете българи!”. Тогава А. Коджаманов му отговаря: „Аз не съм бил никога грък и няма да бъда занапред такъв; учителствувал съм 7-8 години като български учител. Баща ми е бил българин, и аз ще си остана такъв, ако ще би да живея и в сърцето на Елада”.

До 1944 година в Западна Европа учените говореха за български език, а след това се появи и така наречения македонски език. Но независимо как се определя и класифицира езика си в основата си остава един и общ. Редно е и Гърция гласно да определи какъв е този език, а не лицемерно през няколко години да сменя позицията си в опит да защитава това изкуствено разделение.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...